«Αυτό που μπορεί να κάνει ένα έθνος ισχυρό είναι το δημόσιο σχολείο».

Συντάκτης: – 30/01/2018

Ομιλία στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, «Εορτασμός των τριών Ιεραρχών», 30/1/2018

Καλησπέρα σας  Σεβασμιώτατε, κύριε Αντιπρόεδρε, κύριε Δήμαρχε, κύριε Πρύτανη, αξιότιμοι συνάδελφοι στην εκπαίδευση, αγαπητοί γονείς.

Ευχαριστώ πολύ για τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως και θα ήθελα να ξεκινήσω από κάτι πολύ συγκεκριμένο. Από την έννοια του σεβασμού. Ο σεβασμός δεν μαθαίνεται στο σχολείο. Κυρίως, μαθαίνεται στην οικογένεια. Το σχολείο έρχεται μετά την οικογένεια να διδάξει κάτι. Τις τελευταίες μέρες μου έχει προξενήσει ιδιαίτερη εντύπωση μία σειρά εφημερίδων και διαδικτυακών ιστοσελίδων, μέσων ενημέρωσης, τα οποία ενώ διατείνονται για την προσήλωσή τους στην ορθόδοξη πίστη και παράδοση, για τον σεβασμό τους στην Εκκλησία και στους ιεράρχες μας, τις τελευταίες μέρες έχουν επιδοθεί σε έναν ανελέητο προσωπικό πόλεμο με φράσεις που πολύ δύσκολα κάποιος μπορεί να κάνει ανεκτές έστω και στην φαντασία του, όπως «ξυρίστε τον Ιερώνυμο».

Τα ίδια ακριβώς μέσα ενημέρωσης που προ καιρού είχαν ασκήσει αντίστοιχες επιθέσεις, με αντίστοιχες  φράσεις στον Οικουμενικό Πατριάρχη εκκαλώντας τον μάλιστα ότι ξεπουλάει την Ορθοδοξία και την προδίδει με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων που έγινε εδώ στην Κρήτη. Δεν είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να βλέπουμε εκείνους που ομνύουν στο όνομα του σεβασμού στην πίστη μας να ακολουθούν αυτή τη μέθοδο, να χρησιμοποιούν αυτές τις λέξεις και να ασκούν αυτή την τρομοκρατία στην δική μας εκκλησία; Δεν το κάνουν κάποιοι που λένε ότι την αρνούνται.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε ότι αυτοί που λένε ότι αρνούνται την εκκλησία, που δεν θέλουν να είναι μέλη της, δεν εκφράζονται με αυτό τον τρόπο. Δείχνουν περισσότερο σεβασμό. Αυτό δεν είναι ένα θέμα που θα άξιζε να μας προβληματίσει; Πώς εκείνοι που λένε ότι μεγάλωσαν μέσα στην εκκλησία, φτάνουν σε αυτό το σημείο έλλειψης σεβασμού; Τι σημαίνει αυτό όχι μόνο για τις οικογένειές τους όταν ήταν παιδιά, κυρίως τι σημαίνει για το σχολείο στο οποίο φοίτησαν και τι σημαίνει για τις οργανώσεις μέσα στις οποίες ανδρώθηκαν; Δεν είναι αυτό μια πρόκληση για όλους μας;

Σε μια χώρα που βρίσκεται  σε κρίση, όπως η δική μας, είναι προφανές ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πολιτισμική, είναι κρίση σχέσεων, είναι κοινωνική, είναι κρίση αξιών. Την εποχή που έζησαν και οι τρεις Ιεράρχες ήταν μια εποχή κρίσης, επίσης. Πώς απάντησαν εκείνοι; Απάντησαν κοιτώντας προς τα πίσω; Απάντησαν κοιτώντας τον εαυτό τους; Απάντησαν καταγγέλλοντας άλλους γενικώς και αορίστως ότι προδίδουν αξίες και ξεχνούν ποιοι είναι;

Αν κάτι μπορούμε να δούμε σήμερα στην επικαιρότητα του μηνύματος τους δεν είναι μόνο η θεολογική πλευρά, για την οποία βεβαίως άλλοι είναι αρμοδιότεροι εμού να μιλήσουν. Κυρίως οφείλουμε να δούμε ότι εκείνοι είχαν το χάρισμα, είχαν την ευλογία, είχαν την ευφυΐα, να κοιτάξουν μπροστά και να κάνουν το κρίσιμο άλμα στο μέλλον. Είχαν την δυνατότητα να δείξουν τον δρόμο για να βγούμε από την κρίση. Είναι εκείνος, ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος στηλιτεύει την χρήση και την κατάχρηση του πλούτου. Εκείνος που λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία, αν αυτή η κοινωνία δεν φροντίζει για όλους. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική ειρήνη όταν κάποιος δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες.

Είπαν ορισμένοι ότι η αποστολή της Εκκλησίας στην κρίση εξαντλείται στα συσσίτια ή στις κοινωνικές δομές. Και το είπαν θέλοντας να εκφράσουν την αντίληψη ότι η εκκλησία είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση; Μα το αποτέλεσμα της δράσης της Εκκλησίας βασίζεται όχι στην Εκκλησία με την έννοια εκείνου που προέχει της Θείας Λειτουργίας, αλλά στην Εκκλησία που συναποτελούμε όλοι εμείς, μαζί με τους ιερείς μας.

Η προσφορά της Εκκλησίας βασίζεται στην πίστη. Αν δεν υπάρχει η πίστη, η θέληση, η αγάπη που διδασκόμαστε, τότε τι είναι εκείνο που κινεί κάποιον ή κάποια να διαθέσει τον προσωπικό του χρόνο για να βοηθήσει στην υλοποίηση αυτού του έργου; Των συσσιτίων, του κοινωνικού φαρμακείου, των κοινωνικών φροντιστηρίων; Και αυτό μας φέρνει πίσω ξανά στους τρεις Ιεράρχες. Και σε αυτό που είπαν στη δική τους εποχή. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι δεν είναι απλώς επίκαιρο εκείνο που έκαναν τότε εκείνοι αλλά και ότι έχει να μας διδάξει πολλά για το εδώ και το τώρα.

Ένα βασικό πρόβλημα που έχει σήμερα η ελληνική κοινωνία εξαιτίας της κρίσης, είναι κύματα θρησκοληψίας. Κύματα ευσεβισμού που δεν αποτελούν μόνο πρόβλημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βέβαια επειδή οι Ορθόδοξοι είμαστε οι περισσότεροι σε αυτή την χώρα είναι πάντα πολύ πιο εύκολο να τα διακρίνουμε στον δικό μας χώρο, στη δική μας θρησκευτική κοινότητα. Εκ της ιδιότητάς μου, όμως, μπορώ να σας πω ότι αντίστοιχα προβλήματα έχουν και οι υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες. Η βασική λογική που λέει ότι  ζούμε την κρίση γιατί απομακρυνθήκαμε από κάτι και άρα πρέπει να γυρίσουμε σε αυτό το κάτι, το  οποίο όμως δεν το προσδιορίζουμε ή το προσδιορίζουμε στρεβλά δεν είναι δική μας αποκλειστικότητα.

Η θρησκοληψία είναι αυτή που απειλεί  πραγματικά αυτή την ορθόδοξη πίστη. Και σε αυτή την θρησκοληψία δυστυχώς έρχονται να επενδύσουν και διάφορες αντιλήψεις, απόψεις  και επιδιώξεις εξωγενείς. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης και ιδιαιτέρως οι ιστοσελίδες που διακρίνονται για τις μόνιμες επιθέσεις τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αυτό που προσπαθούν να πουν τελικά είναι να ξεχάσουμε σε ποιους βασίζεται η Ορθόδοξη πίστη, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, και να στραφούμε σε άλλες χώρες, πολύ πιο ανατολικά οι οποίες διεκδικούν την αντίληψη και τη θέση ότι εκείνες είναι πλέον οι εγγυήτριες της Ορθοδόξου πίστεως.

Αυτό είναι κάτι που εμείς ως Έλληνες, ως Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι μπορούμε να αφήσουμε να πλανάται μέσα στη δική μας πατρίδα; Είναι δυνατόν ένας Έλληνας  χριστιανός ορθόδοξος  που έχει συνείδηση και της ελληνικότητάς του και της πίστης του να δέχεται τέτοιου είδους επιθέσεις στον Οικουμενικό Πατριάρχη; Με ποιο κίνητρο γίνονται αυτές οι επιθέσεις; Ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα που έχουν γραφτεί τα Ευαγγέλια; Τα πατερικά κείμενα που είναι  ο τρόπος για να καταλάβουμε τα Ευαγγέλια και την ορθή πίστη, σε ποια γλώσσα είναι γραμμένα στην μεγάλη τους πλειοψηφία; Στην ελληνική γλώσσα. Και αν κάτι είναι κάτι που μπορούν να μας πουν οι Τρεις Ιεράρχες, ακόμη και σήμερα, είναι πώς κατάφεραν να συνδυάσουν τον ορθό δρόμο για τη σωτηρία της ψυχής μας με το μεγάλο πνεύμα των δικών μας προγόνων, των αρχαίων Ελλήνων.

Διάβαζα πρόσφατα το βιβλίο ενός αμερικανού συγγραφέα ο οποίος στις πρώτες σελίδες προσπαθούσε να εξηγήσει τι είναι ο ελληνισμός. Αφού προσπαθούσε, προσπαθούσε γεμίζοντας πολλές σελίδες και λέγοντας διάφορα ιστορικά γεγονότα, τελικά καταλήγει να πει ότι ο Έλληνας είναι δύο πράγματα: η γλώσσα και η πίστη. Αυτά τα δύο είναι ο ελληνισμός. Δεν είναι το αίμα. Δεν είμαστε σκυλιά ράτσας για να μας χαρακτηρίζει το αίμα. Και η γλώσσα και η πίστη δεν διασώθηκε από μόνη της. Διεσώθη από συγκεκριμένους ανθρώπους.

Πόσους νεομάρτυρες έχει η Εκκλησία μας; Πόσους νεομάρτυρες έχει η Κρήτη, εδώ που είμαστε; Αυτά είναι πράγματα που μπορούμε να παραβλέψουμε; Μπορούμε. Αν τα παραβλέψουμε τι θα συμβεί; Ότι παθαίνει ένα δέντρο που χάνει τις ρίζες του. Πέφτει.

Νομίζω ότι θρησκευτικές εορτές όπως η σημερινή των Τριών Ιεραρχών έχουν να μας διδάξουν πολύ περισσότερα αναλόγως της εποχής στην οποία ζούμε κάθε φορά. Γι’ αυτό είναι και συνεχώς επίκαιρες αυτές οι εορτές. Όταν ο ελληνισμός λειτουργεί όπως ο Οδυσσέας, ανοίγεται στον κόσμο, δεν φοβάται ούτε την αναμέτρηση με το παρελθόν ούτε την αναμέτρηση με το μέλλον. Και όταν κοιτάει γύρω του και όχι τον εαυτό του τότε μπορεί να προχωρήσει. Όταν όμως κοιτάει μόνο τον εαυτό του καταλήγει σε εμφυλίους, καταλήγει στο να καταστρέφει τη δική του πορεία και βεβαίως να ανοίγει τη διάθεση σε οποιονδήποτε εκείνη τη στιγμή βρίσκεται σε θέση να διεκδικήσει κάτι από εμάς. Και ποια πρέπει να είναι η απάντησή μας σε αυτό; Να γυρίσουμε γενικώς και αορίστως πίσω; Πίσω πού;

Όταν βρίσκεσαι σε κρίση, βρίσκεσαι γιατί κάτι χρεοκόπησε. Χρεοκόπησε το σύστημα στο οποίο βρισκόσουν. Πώς να γυρίσεις λοιπόν σε αυτό; Πρέπει να προχωρήσεις μπροστά. Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Δεν μπορείς να προχωρήσεις μπροστά αν δεν έχεις την συνείδηση του ποιος είσαι και ποια είναι η ρίζα της ταυτότητάς σου. Κι εδώ ερχόμαστε ξανά στους τρεις Ιεράρχες. Ποια είναι η ρίζα της ταυτότητάς μας; Τι μας κράτησε ζωντανούς; Η πίστη μας.

Χωρίς την πίστη μας και εκείνους που την υπηρέτησαν και εδώ επιτρέψτε μου αν και βεβαίως το γνωρίζετε όλοι, να θυμίσω ότι όλοι όσοι πέρασαν από αυτά τα χώματα ως κατακτητές σε στιγμές κρίσης τους πρώτους που επέλεγαν να εκτελέσουν ήταν οι παπάδες μας. Όλοι το έκαναν αυτό. Γιατί εκείνοι έβλεπαν με πολύ καθαρό τρόπο αυτό που σήμερα υπάρχουν ορισμένοι που δεν θέλουν να το δουν.

Τα παραδείγματα που σας ανέφερα στην αρχή, με τις φράσεις «ξυρίστε τον Ιερώνυμο» ή μία φράση που είδα σε πρωτοσέλιδο πριν ένα μήνα σε εφημερίδα περιφερειακή, «Τουρκόσπορος ο Οικουμενικός Πατριάρχης». Αυτοί που γράφουν αυτά τα πράγματα, αυτοί που γράφουν αυτές τις φράσεις είναι εκείνοι που προδίδουν το γένος, είναι εκείνοι που προδίδουν την πίστη, είναι κι εκείνοι που υπονομεύουν το έθνος μας. Είναι εκείνοι  που επιθυμούν να δημιουργήσουν ρήξη και διχασμό στην Εκκλησία μας γιατί μόνο η ρήξη και ο διχασμός στην Εκκλησία μπορούν να οδηγήσουν το Έθνος σε ανείπωτες καταστροφές.

Θέλω να τελειώσω αυτή τη σύντομη ομιλία, γιατί είμαι οπαδός των σύντομων ομιλιών, κάνοντας μια αναφορά στο δημόσιο σχολείο, ειδικά στο δημόσιο σχολείο και ειδικά στον δημόσιο εκπαιδευτικό. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα να έχουμε δημοκρατία στην χώρα μας αν δεν έχουμε ισχυρό δημόσιο σχολείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν ιδιωτικά σχολεία. Βεβαίως και μπορούν αλλά τα ιδιωτικά σχολεία καλύπτουν συγκριμένες ανάγκες, αφορούν τις πόλεις και κυρίως την Αθήνα και σε κάποιο βαθμό την Θεσσαλονίκη και βεβαίως αναφέρονται σε ένα μικρό αριθμό μαθητών.

Αυτό που μπορεί να κάνει ένα έθνος ισχυρό, και στην συγκεκριμένη περίπτωση το δικό μας έθνος, είναι το δημόσιο σχολείο. Γι’ αυτό και το κράτος δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραχωρήσει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε άλλον πλην της Βουλής των Ελλήνων να καθορίζει τους όρους  διαμόρφωσης του Έλληνα πολίτη. Το πώς καθορίζονται οι όροι διαμόρφωσης του Έλληνα πολίτη καθορίζει τι κοινωνία θα έχουμε κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τον εκπαιδευτικό με όλα τα μειονεκτήματα που έχει. Συνήθως λέμε μόνο τα πλεονεκτήματα, λογικό. Αναφερόμαστε ιδιαίτερα στην προσφορά του εκπαιδευτικού στην εποχή της κρίσης. Πολύ σωστό. Αλλά εξίσου αλήθεια είναι ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν ορισμένες πλευρές  όχι τόσο όμορφες για μας. Παραδείγματος χάριν ο τρόπος με τον οποίο ασκήθηκε ο συνδικαλισμός για χρόνια μάλλον δεν ήταν προς όφελος του δημόσιου σχολείου. Ήταν πολύ πιο συντεχνιακής λογικής. Πληρώθηκε. Πληρώθηκε άσχημα. Από ποιον όμως; Από τα παιδιά τα ίδια, γιατί στο τέλος της ημέρας ως εκπαιδευτικοί αν υπάρχουμε, υπάρχουμε για τα παιδιά, όχι για τους εαυτούς μας και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αυτή τη λογική ακολουθούν. Εργάζονται για τα παιδιά. Μακάρι αυτό να είναι το πνεύμα που θα εμπνεύσει έναν νέο συνδικαλισμό, έναν νέο τύπο συνδικαλισμού των εκπαιδευτικών που απαιτείται να υπάρξει. Σε όλες τις χώρες το πιο ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα είναι πάντα των εκπαιδευτικών. Οι λόγοι είναι προφανείς, οι εκπαιδευτικοί είναι πολλοί και φτάνουν σε κάθε σπίτι. Ένα εκπαιδευτικό κίνημα, συνδικαλιστικό, που κινείται γύρω από την έννοια του δημόσιου σχολείου με κέντρο το παιδί είναι αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και για το μέλλον της κοινωνίας μας. Νομίζω ότι έχουμε την δυνατότητα που μας δίνει μια κρίση, δυστυχώς, να κάνουμε αυτό το αναγκαίο βήμα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την ευκαιρία αυτής της παρέμβασης και παραμένω στην λογική ότι τα πιο ενδιαφέροντα λέγονται σε μια συζήτηση κατόπιν ερωτήσεων.

 

Κλειστό