Μήνας: Δεκέμβριος 2008

Οι 16άρηδες είναι απλώς 16άρηδες

Συντάκτης: – 29/12/2008

Το κλίμα των ημερών επιτάσσει την αποθέωση της εφηβείας. Τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο ό,τι κι αν κάνουν. Ό,τι λέγεται από χείλη εφηβικά είναι απαύγασμα πολιτικής σκέψης. Ό,τι γίνεται από χέρια εφηβικά αν δεν είναι σωστό, είναι δικαιολογημένο γιατί τελικά οι μεγαλύτεροι φταίνε που το προκάλεσαν. Το μέτρο χάθηκε.

            Με το ρυθμό που πάμε σε λίγο θα αναζητήσουμε τον επόμενο Υπουργό Παιδείας στα Δημοτικά. Έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν θα ομνύει εις τον Σκοτσέζο Διόνυσο διότι θα παίζει αμέριμνος στα «ζουζουνάκια» όταν η Αθήνα καίγεται.

            Συγγνώμη που ίσως γίνω ολίγον δυσάρεστος, αλλά οι 16αρηδες είναι απλώς 16αρηδες. Και τα παιδιά του Δημοτικού είναι παιδιά του Δημοτικού. Τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο. Γιατί τόσοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και περισπούδαστοι πνευματικοί ταγοί βιάζονται να καταργήσουν την παιδική και την εφηβική ηλικία;

            Την τελευταία φορά που συνέβη αυτό ήταν στα χρόνια μετά τον πόλεμο όταν παιδιά 12 χρονών έρχονταν μόνα στην Αθήνα και δούλευαν για να ζήσουν και να στείλουν κάτι στο χωριό τους. Είναι οι σημερινοί 60αρηδες και 70αρηδες που κατά τα άλλα φταίνε για τα χάλια της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι εκείνοι που δεν έζησαν. Εκείνοι που έκαναν πραγματικότητα το μεταπολεμικό ελληνικό θαύμα, που εδραίωσαν την Δημοκρατία, που μας έδωσαν την δυνατότητα να ζήσουμε σε μια κοινωνία αφθονίας. Είναι τέτοια όμως η ιστορική άγνοια, τέτοια η έπαρση που αντί για χίλια ευχαριστώ τους ζητάμε και τα ρέστα!

            Ρήσεις όπως του Αλαβάνου ή κινήσεις όπως του ΠΑΣΟΚ (ομιλία 15χρονου στο Εθνικό Συμβούλιο) είναι καθαρός ψηφοθηρικός λαϊκισμός. Ακυρώνουν την εφηβεία για να την εκμεταλλευτούν.

Σκεφτείτε την πρακτική τους εξειδίκευση στη μέση ελληνική οικογένεια. Θα πρέπει ο πατέρας και η μάνα να ζητήσουν συγγνώμη από τα παιδιά τους που έφτιαξαν ένα σπίτι αλλά αντί για δύο τουαλέτες έχει μία. Και μετά ο πατέρας να αναθέσει στον 16χρονο την ευθύνη να πληρώσει τις δόσεις του δανείου. Ποιος 16χρονος το θέλει αυτό; Και τι είδους πατέρας θα ήταν αυτός που θα το έκανε;

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 29 Δεκεμβρίου 2008

Άσυλο και κουκουλοφόροι

Συντάκτης: – 12/12/2008

Θα χρειαστεί χρόνος για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της αποτυχίας της κυβέρνησης και του ίδιου του Πρωθυπουργού δυστυχώς. Αν και είναι νωρίς για μια «μεγάλη αφήγηση», είναι ο σωστός χρόνος για κάποιες παρατηρήσεις.

                Η απογοήτευση και η οργή προέρχεται κυρίως από το ότι η ελληνική κοινωνία αποτυγχάνει διαρκώς να αποκτήσει κράτος δικαίου. Η Αστυνομία μπορεί με τέτοια ευκολία να στερήσει μια ζωή αλλά δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των πόλεών μας.

Το κλίμα των ημερών δεν διαμορφώθηκε από τις ελπιδοφόρες πορείες των πολιτών αλλά απότα νέα«νοεμβριανά» της Αθήνας που θυμίζουν το 1916.

                Όσο κι αν θέλγουν οι θεωρίες συνωμοσίας, ήταν ο «ανθός της ελληνικής νεολαίας» που εξευτέλισε μια ολόκληρη χώρα. Πώς απέκτησε την οργανωτική δομή να το πράξει;

                Με την ανοχή της κυβέρνησης (ένας ακόμα τρόπος υπονόμευσης του δημόσιου πανεπιστημίου γαρ) και την έμμεση στήριξη ορισμένων καθηγητών, σχεδόν σε κάθε Τριτοβάθμιο Ίδρυμα υπάρχουν κατειλημμένοι χώροι όπου με έξοδα του ελληνικού κράτους ο «ανθός της ελληνικής νεολαίας» απέκτησε πρωτόγνωρα οργανωτικά χαρακτηριστικά.

                Οι καταλήψεις αυτές λειτουργούν όπως τα συσσίτια των Σπαρτιατών. Παράγουν αποφασιστικούς, γενναίους, ικανούς και πιστούς συντρόφους στην μάχη.

                Αν δεν διαλυθεί το δίκτυο κατειλημμένων χώρων στα ΑΕΙ που αποτελεί βιασμό του ασύλου και απειλεί την ζωή (δολοφονική απόπειρα εναντίον καθηγητή στο ΠΤΔΕ Αθηνών) και την ελευθερία έκφρασης, ο «ανθός της ελληνικής νεολαίας» θα συνεχίσει να κάνει «γιορτές φωτιάς». Η λύση δεν είναι η κατάργηση του Ασύλου, όπως με περισσή απρονοησία προτείνεται, αλλά η εφαρμογή του νόμου. Από αυτό πάσχουμε άλλωστε.

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 12 Δεκεμβρίου 2008

Ματωμένες ζωές

Συντάκτης: – 05/12/2008

Γλυκά χαμόγελα. Συνηθισμένες μέρες. Ματωμένες ζωές. Ξεχασμένα όνειρα. Και μοναξιά. Μεγάλη, σιωπηλή, σκληρή που δεν θυμάται πότε άρχισε και δεν ξέρει αν θα τελειώσει. Αδιέξοδα. Και ντροπή. Πάνω απ’ όλα, ντροπή.

Δεν το πιστεύει, δεν θέλει να ξέρει, δεν θέλει να το νιώθει ότι της συμβαίνει. Σαν όνειρο, σαν να μην έγινε ποτέ, έτσι προτιμά να το σκεφτεί. Αλλά τα σημάδια είναι εκεί. Πονούν. Μαύρα γυαλιά, φουλάρια, ζιβάγκο δεν φτάνουν για να καλύψουν τις μελανιές. Οι δικαιολογίες ξέφτισαν πια, τις ξέρουν οι άλλοι –εκείνοι που προσποιούνται ότι δεν ξέρουν- πριν τις πει. Και σε ποιον να μιλήσει; Ποιος να την ακούσει και ποιος να μπλέξει; Πιο εύκολο να κρυφτείς απ’ την αλήθεια.

Κλείνει η πόρτα κι ότι γίνεται πίσω απ’ αυτήν δουλειά δεν είναι κανενός παρά του νοικοκύρη. Κι ο νοικοκύρης δικαίωμα δεν δίνει, χαμογελά, χαιρετά και πορεύεται ήσυχος, συνεσταλμένος -θα μπορούσε να πει κάποιος. Άλλον δεν πειράζει κι έτσι δεν ενοχλεί την γειτονιά. Έμαθε άλλωστε κι αυτή να ζει με τις δικές της ένοχες σιωπές.

Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν θύτες και θύματα εκεί που η αγάπη και η ασφάλεια δίνει την δύναμη για να αντιμετωπίσεις μια ζωή σκληρή έτσι κι αλλιώς;

Αν κάτι χάνουν ειδικά οι γυναίκες που πέφτουν θύματα βίας, είναι η αίσθηση της ασφάλειας, η βεβαιότητα του κόσμου τους. Θρυμματισμένοι κόσμοι μένουν πίσω, κόσμοι που μετρούν το χρόνο με χτυπήματα.

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 5 Δεκεμβρίου 2008