Μήνας: Φεβρουάριος 2008

Έμποροι Φόβου ή Ήγετες Ελπίδας;

Συντάκτης: – 27/02/2008

Δημοσίευση στην Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος

Έμποροι Φόβου ή Ηγέτες Ελπίδας 1ο μέρος

Έμποροι Φόβου ή Ηγέτες Ελπίδας 2ο μέρος

Έμποροι Φόβου ή Ηγέτες Ελπίδας 3ο μέρος

Έμποροι Φόβου ή Ηγέτες Ελπίδας 4ο μέρος

 

Νάρκισσος

Συντάκτης: – 19/02/2008

Υπάρχει διάχυτη η αντίληψη ότι ο Συνασπισμός εκπροσωπεί την δυνατότητα ανατροπής του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων.

Αυτό όμως το πολιτικό σύστημα του συνδυασμού της πολυκομματικής εκπροσώπησης με τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων έχει χαρίσει στην Ελλάδα την μακροβιότερη περίοδο δημοκρατίας, ευημερίας και ειρήνης. Είναι το πλέον επιτυχημένο σύστημα διαχείρισης της εξουσίας στη νεοελληνική ιστορία.

Ερώτημα πρώτο: από πού συνάγεται ότι θα είναι μια θετική εξέλιξη για τον τόπο η ανατροπή του;

            Στον πυρήνα του βρίσκεται ο εκλογικός νόμος που προκρίνει τον σχηματισμό αυτοδύναμων κυβερνήσεων από την αναλογική εκπροσώπηση στη Βουλή.

Ερώτημα δεύτερο: πώς θα υπάρξουν κυβερνήσεις συνεργασίας χωρίς έναν εκλογικό νόμο που να τις ευνοεί;

Ας δούμε όμως τι έγινε όταν ο εκλογικός νόμος τις ευνόησε.

Το 1989 είχαμε μια παρατεταμένη ακυβερνησία και τελικά μια κυβέρνηση οριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αδύναμη και επιρρεπή σε κάθε είδους πιέσεις. Μετά τις εκλογές του 2007 ζούμε την ίδια εμπειρία.

Το ΠΑΣΟΚ ψήφισε τους σχετικούς εκλογικούς νόμους διότι για να μην απωλέσει πλήρως την εξουσία, προτίμησε να την μοιραστεί με την Αριστερά. Το 1989 απέτυχε καθώς ο τότε ενιαίος Συνασπισμός δάγκωσε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να μασήσει. Επεδίωξε να αναδειχθεί σε δεύτερο πόλο εξουσίας περιορίζοντας το ΠΑΣΟΚ σε ένα μικρό κεντρώο κόμμα.

Ερώτημα τρίτο: ο Συνασπισμός επιδιώκει σήμερα συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ ή την κατάληψη των «χειμερινών ανακτόρων» κατά τα πρότυπα του 1989;

Ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) –αυτός μετέχει στο Κοινοβούλιο- αποτελείται από τον Συνασπισμό της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας, την Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά, το ΔΗΚΚΙ, τη Διεθνιστική Εργατική Αριστερά, τους Ενεργούς Πολίτες, τη Κίνηση για την ενότητα δράσης της Αριστεράς, το Κόκκινο, τη Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, το ΛΕΥΚΟ, την Οικολογική Παρέμβαση και τους Ανένταχτους Αριστερούς του Χώρου Διαλόγου.

Πλην καταγγελιών και άφθονης αντίστασης (γενικώς και αορίστως) οι θέσεις του δεν συγκροτούν ούτε πρόγραμμα ούτε καν έχουν μιαν αντίληψη εξουσίας. Η φιλοδοξία είναι απρόσμενα μικρή και αντιφατική: περισσότερες έδρες στη Βουλή αν και «οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο».

Ερώτημα τέταρτο: Ποιος και πώς θα μετατρέψει αυτή την ασταθή συμμαχία με τα χίλια κεφάλια σε αξιόπιστο συνομιλητή με όνομα και διεύθυνση;

Η ανάδειξη της ηγεσίας του Συνασπισμού δια του δαχτυλιδιού σε συνδυασμό με το αγοραίο επιχείρημα της ηλικίας θυμίζει αντίστοιχες εμπειρίες σε πρώην κομμουνιστικές χώρες όπου υπήρξε πλήρης απονομιμοποίηση όλου του παλαιού πολιτικού προσωπικού.

Ερώτημα πέμπτο: Έχει απονομιμοποιηθεί ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό πλην των τριαντάρηδων του Συνασπισμού;

Ανεξαρτήτως ονομασίας ο Συνασπισμός παραμένει ένας πολιτικός σχηματισμός προσωπικοτήτων και ομάδων με εγγενή ελιτίστικα χαρακτηριστικά. Πρόκειται περί της «διανοητικής πρωτοπορίας» που οι λαϊκές μάζες δεν την καταλαβαίνουν με αποτέλεσμα να μην την ψηφίζουν.

Ερώτημα έκτο: Ποιος και πώς θα ανατρέψει τον ελιτισμό του Συνασπισμού;

Ο Συνασπισμός είναι η ψυχή της Μεταπολίτευσης –ας μας επιτραπεί αυτή η λίγο ποιητική προσέγγιση. Μπορεί στην εξουσία να εναλλάσσονται η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αλλά η ιδεολογική ηγεμονία παρέμενε και παραμένει προνομιακή υπόθεση του Συνασπισμού. Η στάση του στο άρθρο 16 που θα μας απασχολήσει σε άλλο άρθρο μας, δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αυτή την παράμετρο.

Ερώτημα έβδομο και τελευταίο: Πώς ακριβώς θα ανατρέψει το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα εκείνος που ηγεμόνευσε και ηγεμονεύει ιδεολογικά; Δεν είναι ολίγον γελοίο να προσπαθεί κάποιος να ανατρέψει τον εαυτό του;

Μόνο το ΚΚΕ αποτελεί δύναμη ανατροπής για το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα. Ουδείς άλλος.

 

Γιώργος Καλαντζής

Διδάσκων Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιπστημίου Κρήτης

gxkalantzis@yahoo.gr

 

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο: Νάρκισσος (19 Φεβρουαρίου 2008)

Οπισθεν ολοταχώς;

Συντάκτης: – 05/02/2008

 Η απόφαση για την ίδρυση της Ελλαδικής Εκκλησίας οφειλόταν κυρίως σε δύο λόγους:

– στην αντίληψη ότι ένα ανεξάρτητο κράτος έπρεπε να έχει την δική του ανεξάρτητη Εκκλησία

– στον φόβο ότι μια Εκκλησία που δεν θα υπαγόταν στο Κράτος θα κατέληγε ισχυρότερη του Κράτους

            Ο πρώτος λόγος συνδέεται με την ιδεολογία του εθνικισμού και είναι αυτονόητος ως προς την εξήγησή του.

            Στον δεύτερο όμως λόγο θα σταθούμε. Κατ’ αρχήν είναι γεγονός ότι ειδικά αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η Εκκλησία ήταν ο πλουσιότερος, ο πλέον οργανωμένος και με ισχυρότατη επιρροή στο λαό, θεσμός. Για την ακρίβεια ήταν ο μοναδικός θεσμός με την πλήρη σημασία του όρου, που υπήρχε τότε. Αν έχετε αναρωτηθεί γιατί κάποτε οι εκλογές γίνονταν με βάση την ενορία, εκεί είναι η απάντηση.

            Ο φόβος της τότε πολιτικής ηγεσίας (πρόκειται για την περίοδο της βαυαρικής αντιβασιλείας) ότι μια Εκκλησία εκτός κρατικού ελέγχου θα κατέληγε να ελέξγει το Κράτος μόνο αδικαιολόγητος δεν ήταν. Η οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αναγνώριζε στην Εκκλησία κοσμική εξουσία (εξ ου και ο Εθναρχικός ρόλος της), γεγονός που σήμαινε ότι με την απόφαση αυτή η πολιτική ηγεσία της εποχής έκανε ένα μεγάλο αλλά αποφασιστικό βήμα για την εμπέδωση της εκκοσμίκευσης στο νέο εθνικό αστικό κράτος.

            Η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν άμεση όχι μόνο γιατί απώλεσε επαρχίες, έσοδα και πιστούς αλλά και γιατί αποτελούσε σαφέστατη πρόκληση για τους Ιερούς Κανόνες και την θέση του η όλη τακτική του ελληνικού κράτους. Αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα πολιτικά τετελεσμένα, κατήγγειλε με σφοδρότητα τις αποφάσεις και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια ωσότου με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 διευθετήθηκε το ζήτημα υπό την βασική αρχή η Εκκλησία να διατηρήσει την ανεξαρτησία της σε σχέση με το Κράτος.

            Μας ενδιαφέρουν αυτά σήμερα; Ναι. Για έναν λόγο παραπάνω: η διαχείριση του φόβου του θανάτου και η προσήλωση που απαιτεί μια θρησκεία από τους πιστούς της είναι ζητήματα που καμία εχέφρων πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να τα αφήσει στην τύχη και τη μοίρα τους. Ειδικά όταν παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ή αδελφότητες απειλούν ως οργανωμένες ομάδες συμφερόντων με τη μέθοδο του εισοδισμού να ελέγξουν θεσμούς που αφορούν την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών και έτσι να καθορίσουν πρότυπα ηθικής, συμπεριφοράς και δράσης.

Η ελλαδική Εκκλησία απέτυχε να ακολουθήσει την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος στην πορεία ανάπτυξής τους. Απέτυχε και αποτυγχάνει εντυπωσιακά να εκσυγχρονιστεί. Η ίδια η λέξη αντιμετωπίζεται περίπου ως ανάθεμα, ως προσβολή. Και όμως, η Ορθοδοξία την εποχή της ακμής της υπήρξε ο πλέον προωθημένος μηχανισμός διάδοσης ιδεών, οργάνωσης και αποτελεσματικότητας. Έπαθε όμως ότι παθαίνουν όλοι εκείνοι που κερδίζουν τα μεγάλα στοιχήματα της Ιστορίας: αρνούνται να αλλάξουν, γαντζώνονται στα σύμβολα και στην δόξα του παρελθόντος και αδυνατούν να προχωρήσουν.

Η Ορθοδοξία είναι μια τεράστια δύναμη. Τα ελληνόφωνα Πατριαρχεία με την κορωνίδα της Ορθοδοξίας που είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης, αποδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο που έχει πια εξ ανάγκης η ελλαδική Εκκλησία αφού αυτή οφείλει να παράγει στελέχη για όλους.

Είναι δυνατόν μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις η εγχώρια Ιεραρχία να ακολουθήσει την ρήση «όπισθεν ολοταχώς»;

 

gxkalantzis@yahoo.gr

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

Ο Γιώργος Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο: Όπισθεν Ολοταχώς (5 Φεβρουαρίου 2008)

ΣΚΑΝΤΖΌΧΟΙΡΟΙ Ή ΛΕΟΝΤΕΣ;

Συντάκτης: – 03/02/2008

Το 1974 η Ελλαδική Εκκλησία ήρθε αντιμέτωπη με τη Νέμεση. Αν τελικά κατάφερε να διασώσει πολλά, αυτό δεν οφειλόταν μόνο στη μεγαλοψυχία της Δημοκρατίας που δεν ακολούθησε τις πρακτικές της χούντας αλλά και στις ικανότητες του μακαριστού Σεραφείμ.

Η περίοδος 1974-1998 ήταν η εποχή της εξιλέωσης.

Τερματίστηκε με την εκλογή του μακαριστού Χριστόδουλου όπου την επιδέξια σιωπή, την προσεκτική παρέμβαση στα δημόσια πράγματα διαδέχθηκε μια επικοινωνιακή θύελλα, μια επιθετική πολιτική και πολλά ανέκδοτα

Η περίοδος 1998-2008 ήταν η εποχή της θύελλας.

Η ελλαδική Εκκλησία ήρθε σε σύγκρουση με την Πολιτεία και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας ανέμισε στην Πλατεία Συντάγματος απέναντι από το Ελληνικό Κοινοβούλιο (εναντίον ποιου, αλήθεια;). Ακολούθησε η σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η παρέμβαση στα εσωτερικά του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (παρ’ ολίγον μάλιστα να βιώσουμε μιαν ανυπολόγιστη εθνική καταστροφή) και μια εσωτερική κάθαρση που ποτέ δεν ήρθε.

            Και οι δύο περίοδοι ήταν εποχές εσωστρέφειας. Με αποκορύφωμα το «ανάθεμα» στον Βενιζέλο το 1916, στην Ελλαδική Εκκλησία υπερίσχυαν οι συντηρητικότερες φωνές που έβλεπαν στον κόσμο που άλλαζε όχι μια νέα, μεγάλη ευκαιρία για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό αλλά μια διαρκή απειλή.

            Η Ελλαδική Εκκλησία υπήρξε μια φοβική Εκκλησία. Αν κάτι την κράτησε ισχυρή στο λαό μας ήταν το έργο ιερέων όπως ο αείμνηστος Γεώργιος Πηρουνάκης αλλά και πράξεις ηρωϊκού μεγαλείου όπως η απόφαση του Δαμασκηνού να σώσει τους Εβραίους αδελφούς μας από τη ναζιστική θηριωδία.

            Σήμερα ένα είναι το κύριο ερώτημα που πρέπει ν’ απαντήσουν οι 79 Ιεράρχες μας: Εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια; Αντικρύζουμε τον κόσμο που αλλάζει με φόβο ή με αυτοπεποίθηση; Σαν σκατζόχοιροι ή σαν λέοντες;

 

gxkalantzis@yahoo.gr

 

Ο κ.Γιώργος Ξ. Καλαντζής είναι διδάσκων Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο: Σκαντζόχοιροι ή Λέοντες (3 Φεβρουαρίου 2008)