Μήνας: Ιανουάριος 2008

ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ

Συντάκτης: – 16/01/2008

Τρία είναι τα κύρια ερωτήματα.

– Καταχράστηκε κάποιος χρήματα του Δημοσίου;

– Είναι αξιόπιστος ο κατήγορος;

– Τι βρήκαν οι έλεγχοι;

Ας απαντήσουν τα γεγονότα.

Κανένας καθηγητής ή υπάλληλος δεν κατηγορήθηκε από κανέναν ότι έβαλε έστω και ένα ευρώ στην τσέπη του.

Υπάρχουν δύο «κατήγοροι».

Οι οικονομικές επιθεωρήτριες που έλεγξαν και το Πάντειο (εξ ου η γνωστή σύνδεση), έκαναν ευσυνείδητα το καθήκον τους.

Ο κ.Χριστοδουλάκης. Κανείς δεν θα είχε ασχοληθεί μαζί του αν δεν υπήρχε η επιχείρηση στα Ζωνιανά διότι έχει καταδικασθεί για απάτη κατ’ εξακολούθηση. Αναμένει την εκδίκαση της έφεσής του. Δικηγόρος του είναι ο υιός του προϊσταμένου του. Βεβαίως αυτό είναι άσχετο με το γεγονός ότι κάποιος που έχει καταδικασθεί, ασκεί τα καθήκοντά του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.

Θα αναφερθώ σ’ εκείνο που φαίνεται ότι είναι το μείζον. Αυτό που βρήκαν οι επιθεωρήτριες είναι η διαχείριση της μιζέριας του ελληνικού Πανεπιστημίου λόγω έλλειψης χρημάτων και προσωπικού. Το ΠΚ με αποφάσεις της Συγκλήτου και τη σύμφωνη γνώμη των ελεγκτικών μηχανισμών δαπάνησε το 20% των κονδυλίων έρευνας για την υποστήριξή της, όπως επιτρέπει η Ε.Ε. (ο κύριος χρηματοδότης) και ο μετά τους καταλογισμούς ψηφισθείς νόμος. Χωρίς αυτή την αναγκαία πρακτική δεν θα πραγματοποιούνταν τα ερευνητικά προγράμματα που κερδήθηκαν σε ένα εξόχως ανταγωνιστικό περιβάλλον. Οι Επιθεωρήτριες δέχονται ότι αν και νομίμως λήφθηκαν οι σχετικές αποφάσεις ο σκοπός δεν προβλεπόταν άρα ήταν παράνομες! Πρόκειται δηλαδή για ζήτημα που αφορά το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων.

 Υ.Γ. Γιατί εκείνοι που στο πρόσφατο παρελθόν ήθελαν να σώσουν το ΠΚ τώρα σιωπούν τόσο επιτηδευμένα;

 

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

gxkalantzis@yahoo.gr

 

Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο: Παλεύοντας τη μιζέρια (16 Ιανουαρίου 2008)

Οι Τσάμηδες

Συντάκτης: – 08/01/2008

Οι Τσάμηδες Ι

Τώρα που το «τσάμικο» δεν είναι ούτε στα πρωτοσέλιδα ούτε στην επίσημη ατζέντα των ελληνοαλβανικών σχέσεων, είναι μια καλή ευκαιρία για μια ψύχραιμη προσέγγισή του.

            Όπως συμβαίνει συνήθως σε ζητήματα τέτοιου είδους, η κάθε πλευρά αναδεικνύει όσα θεωρεί ότι εξυπηρετούν τις αναγκαιότητές της και συσκοτίζει ή εξαφανίζει τα υπόλοιπα.

Έτσι, οι μισές αλήθειες δημιουργούν ολόκληρους μύθους.

            Το 1913 η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα νίκησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Αλβανοί μουσουλμάνοι πολέμησαν μαζί με τους Οθωμανούς διότι ως μουσουλμάνοι όφειλαν πίστη στον Σουλτάνο. Αυτό που σταμάτησε τις σερβικές στρατιές ήταν η παρέμβαση της Ιταλίας και της Αυστρίας για τις οποίες η επέκταση των Σέρβων στις ακτές της Αδριατικής ήταν αιτία πολέμου.

            Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οι Αλβανοί επιδίωξαν να αποκτήσουν ένα δικό τους κράτος, γεγονός που η Ελλάδα αντιμετώπισε θετικά. Ήταν όμως η Ιταλία και η Αυστρία που προσέφεραν αποφασιστική υποστήριξη.

Από την επανάσταση του 1821 αλλά κυρίως μετά την εμφάνιση της Σερβίας και της Βουλγαρίας υπήρχαν Έλληνες και Αλβανοί που υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να επιδιωχθεί οπωσδήποτε η συνεννόηση των δύο «συγγενικών εθνών» -ακόμα και η ίδρυση ενός κοινού κράτους στα πρότυπα της Αυστροουγγαρίας- ως μοναδικού τρόπου να αντισταθούν στην πίεση των Σλάβων.

            Το πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών άρχισε ουσιαστικά από τη στιγμή που βρέθηκαν αντιμέτωπα για την Βόρειο Ήπειρο.

            Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δεχθεί την απώλεια της Βορείου Ηπείρου ως αναγκαίο τίμημα για την παραχώρηση των νησιών του Αιγαίου. Άλλωστε η Ιταλία είχε κάνει σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ποτέ να ελέγξει η Ελλάδα τα στενά της Κέρκυρας.

            Αντιδρώντας σ’ αυτή την εξέλιξη, το 1913-1914 με την υποστήριξη του ελληνικού κράτους οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορθόδοξοι της Βορείου Ηπείρου κήρυξαν την αυτονομία τους.

            Κατά την διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου οι ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Βόρειο Ήπειρο και στη συνέχεια τη νότια, φτάνοντας μέχρι και τα Ιωάννινα. Η ιταλική απειλή ήταν σαφής γι’ αυτό και ο Βενιζέλος με τη λήξη του πολέμου απαίτησε την άμεση αποχώρησή τους.

            Το 1919 στο Συνέδριο της Ειρήνης των Παρισίων ο Βενιζέλος ζήτησε την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων, ότι η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι οι οποίοι πάντοτε υπέφεραν από τους μουσουλμάνους και γι’ αυτό δεν ήταν δίκαιο να συμπεριληφθούν σε ένα μουσουλμανικό κράτος.

Δεν έκανε δηλαδή, καμία εθνική διάκριση μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων αλλά μόνο θρησκευτική, μεταξύ Μουσουλμάνων και Ορθόδοξων Χριστιανών.

            Η Ιταλία αντέδρασε σκληρά -όπως έκανε και για τη Θράκη και τη Μικρά Ασία- πείθοντας τους Αλβανούς να θέσουν το ζήτημα των Τσάμηδων για αντιπερισπασμό. Βεβαίως η αλβανική κυβέρνηση προσπαθούσε ήδη να αντιμετωπίσει την ελληνική διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου αλλά δεν είχε σκεφθεί να εντάξει τους Τσάμηδες σ’ αυτή την προσπάθεια. Έτσι βρήκε μια καλή ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση ζητώντας να της παραχωρηθεί η νότια Ήπειρος.

Οι Τσάμηδες εντάχθηκαν, χωρίς βεβαίως να ερωτηθούν, στο γενικότερο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στα ιταλικά σχέδια για επέκταση στην άλλη πλευρά της Αδριατικής αλλά και στην αντιπαράθεση μεταξύ της Ελλάδας και της Αλβανίας για την Βόρεια Ήπειρο.

 

(το κείμενο θα ολοκληρωθεί σε 2 συνέχειες λόγω της αναπόφευκτης οικονομίας του δημοσιογραφικού χώρου)

Οι Τσάμηδες ΙΙ

 

Το 1923 οι Τσάμηδες συμπεριλήφθηκαν στους ανταλλάξιμους πληθυσμούς. Η Ιταλία αντιλαμβανόμενη τις αρνητικές συνέπειες για τα συμφέροντά της, ζήτησε αμέσως την εξαίρεσή τους διότι «αν και ήταν μουσουλμάνοι δεν ήταν Τούρκοι». Οι ίδιοι εξαρτούσαν την στάση τους κυρίως από την γη που θα έπαιρναν πηγαίνοντας στην Τουρκία.

            Το 1924 στην Κοινωνία των Εθνών η Αλβανία υποστήριξε ότι αφού μιλούσαν αλβανικά ήταν Αλβανοί αυτόχθονες κάτοικοι της Ηπείρου που κατάγονταν από τους Πελασγούς. Η Ελλάδα απάντησε ότι η γλώσσα δεν είναι κριτήριο εθνικότητας φέρνοντας ως παράδειγμα τους Αρβανίτες. Αποδέχθηκε ότι οι Τσάμηδες είναι απόγονοι των Πελασγών αφού αυτοί ήταν κοινοί πρόγονοι Ελλήνων και Αλβανών.

            Οι Τσάμηδες αυτοπροσδιορίζονταν ως μουσουλμάνοι. Επί εκατοντάδες χρόνια αντιμετώπιζαν τους ελληνόφωνους ή αλβανόφωνους χριστιανούς συμπατριώτες τους, ως ραγιάδες.

Το 1925 σύμφωνα με την ΚτΕ αριθμούσαν 20.160. Οι 2.993 έφυγαν στην Τουρκία.

Tο 1926 ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος αποφάσισε την εξαίρεσή τους από την ανταλλαγή διότι θεωρούσε αναπόφευκτο έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο και δεν ήθελε άλλα ανοιχτά μέτωπα.

Οι Τσάμηδες, όπως και πολλοί άλλοι, υπέφεραν από τη βιαστική εγκατάσταση των προσφύγων ενώ με εξαίρεση το διάλειμμα Βενιζέλου υπέστησαν πολιτική διακρίσεων ειδικά επί Μεταξά.

Ο φαύλος κύκλος λειτούργησε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Οι Τσάμηδες αντιμετώπιζαν εχθρικά το ελληνικό κράτος και εκείνο σ’ ένα πλαίσιο εσωτερικής αστάθειας και εξωτερικών απειλών αντιδρούσε ανάλογα.

            Το 1941 ήρθε η στιγμή της μεγάλης πολιτικής απόφασης που καθόρισε το μέλλον τους. Οι Τσάμηδες υποδέχθηκαν τους Ιταλούς ως απελευθερωτές. Δημιουργήθηκε η αυτόνομη Τσαμουριά με δικές της δυνάμεις Χωροφυλακής. Μετά την παράδοση της Ιταλίας και παρά τις βρετανικές προτάσεις, συμμάχησαν με τους Γερμανούς (με την εξαίρεση όσων πήγαν στον ΕΛΑΣ). Το 1944 συμμετείχαν ενεργά στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Ναζί εναντίον των Ελλήνων ανταρτών με θύματα κυρίως Έλληνες αμάχους.

Οι Τσάμηδες δεν εκδιώχθηκαν από τα στρατεύματα μιας νόμιμα εκλεγμένης ελληνικής κυβέρνησης αλλά έφυγαν φοβούμενοι αντίποινα του ΕΔΕΣ που υπάκουε στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Άλλωστε ήταν βέβαιο ότι πολλοί θα εκτελούνταν διότι ως Έλληνες πολίτες ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας σε καιρό πολέμου.

            Η άμεση εμπλοκή της Αλβανίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, η εκκρεμότητα για τη Βόρειο Ήπειρο και η διατήρηση του εμπολέμου επέφερε την οριστικοποίηση των τετελεσμένων. Χωρίς την εξαιρετική αυτή κατάσταση είναι αμφίβολο αν οι Τσάμηδες θα είχαν την μοίρα των Γερμανών Σουδητών.

Οι περιουσίες τους δημεύθηκαν ή πέρασαν υπό τη διαχείριση του ελληνικού δημοσίου σύμφωνα με νόμους που ίσχυσαν για όλους τους Έλληνες πολίτες και όχι ειδικά για τους Τσάμηδες.

Στην Αλβανία διακρίθηκαν για την υποστήριξή τους στον Ε.Χότζα, συγκρότησαν μια ισχυρή ομάδα πίεσης και δεν αποδέχθηκαν ποτέ την απώλεια των περιουσιών τους.

Ήταν επόμενο λοιπόν στο γενικότερο εθνικιστικό κλίμα της δεκαετίας του ’90, ο Μπερίσα (που τόσο σκληρά υποστήριξε η ΝΔ τότε) να επενδύσει πολιτικά και στους Τσάμηδες.

Το περιουσιακό αποτελεί σήμερα τον πυρήνα του «τσάμικου» ζητήματος. Όσο όμως συνδέεται με το θέμα της συνεργασίας με τους Ναζί, δηλαδή όσο οι Τσάμηδες επιζητούν συλλογική δικαίωση ως μειονότητα και όχι ατομική λύση ως πολίτες, δεν υπάρχει προοπτική διευθέτησης.

Σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί βρίσκονται στην Ελλάδα. Είναι εργατικοί, τίμιοι και φιλοπρόοδοι. Τα παιδιά μας παίζουν στις ίδιες γειτονιές και πηγαίνουν στα ίδια σχολεία. Στα πρόσωπά τους μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του μέλλοντός μας. Ένα μέλλον ευημερίας και αμοιβαίας εκτίμησης που αξίζει περισσότερο από ένα τραυματικό παρελθόν ή τις περιουσίες όσων υπήρξαν «αδελφοί εν όπλοις» με τους Ναζί.

 

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

gxkalantzis@yahoo.gr

Ο Γιώργος Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

 

Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο:

Οι Τσάμηδες Ι (8 Ιανουαρίου 2008)

Οι Τσάμηδες ΙI (22 Ιανουαρίου 2008)