Μήνας: Δεκέμβριος 2007

Ο φιλελεύθερος θάνατος του τζίτζικα και η σοσιαλιστική ευδαιμονία του μέρμηγκα

Συντάκτης: – 11/12/2007

Το πρόβλημα του ασφαλιστικού, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά από το συνολικό ζήτημα του κράτους πρόνοιας, ορίζεται από τα εξής κύρια χαρακτηριστικά:

  1. η πρόοδος της ιατρικής -και της επιστήμης γενικότερα- οδηγεί στην διεύρυνση του προσδόκιμου ζωής.
  2. η είσοδος στην αγορά εργασίας, ειδικά στις προηγμένες τεχνολογικά χώρες, καθυστερεί όλο και περισσότερο. Η απαιτούμενη μάλιστα παραγωγικότητα και η ζητούμενη συνεχής προσαρμοστικότητα μειώνονται με τα χρόνια. Δηλαδή, οι επιπτώσεις της τεχνολογίας σε δεκάδες επαγγέλματα οδηγούν εξ ανάγκης όχι στην αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης αλλά στη μείωσή τους ώστε να διασφαλιστεί το μέγιστο δυνατό κέρδος.

 Τι σημαίνουν αυτά;

Πολύ απλά, οποιοσδήποτε από εμάς είναι πιθανόν να περάσει τουλάχιστον 25 χρόνια της ζωής του σπουδάζοντας, άλλα 40 εργαζόμενος και τα υπόλοιπα 15-20 (κατά μέσο όρο) συνταξιοδοτούμενος. Επιπλέον ειδικά κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα κάνει ευρεία χρήση υπηρεσιών υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Η επιβολή του μοντέλου της πυρηνικής οικογένειας σημαίνει ότι οι παππούδες και οι γιαγιάδες πρέπει να παραμένουν στο δικό τους σπίτι.

Ποιος θα πληρώσει το κόστος αφού το σημερινό σύστημα δεν μπορεί;

Υπάρχουν δύο κυρίαρχες επιλογές.

Η μία είναι το φιλελεύθερο μοντέλο που στοχεύει στον συνεχή περιορισμό της κρατικής παρέμβασης. Το κράτος εγγυάται ένα γενικό κατώτατο όριο σύνταξης για όλους ανεξαιρέτως αλλά από κει και πέρα ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του. Αν δεν κάνει -είτε γιατί δεν ήταν αρκετά έξυπνος είτε γιατί δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα- τις σωστές επιλογές τότε είναι άξιος της μοίρας του.

Η σημαντικότερη συνέπεια της φιλελεύθερης προσέγγισης είναι ότι πληρώνουμε λιγότερους φόρους.

Μια άλλη συνέπειά της όμως είναι οι διαφημίσεις των Τραπεζών όπου μας καλούν να διαλέξουμε το ποσό μιας μελλοντικής, φανταστικής σύνταξης και να διαθέσουμε από τώρα σ’ εκείνες το ποσό που απαιτείται. Προτείνουν μάλιστα αν δεν το έχουμε, να το δανειστούμε από τις ίδιες. Αυτό είναι μια διπλή υποθήκευση του μέλλοντός μας και μια πρωτοφανής κοροϊδία αφού το 3% περίπου της εγγυημένης απόδοσης του κεφαλαίου μας υπολείπεται και του πληθωρισμού και του επιτοκίου των προθεσμιακών καταθέσεων.

Ποιος εγγυάται ότι σε 30 χρόνια αυτά τα ιδιωτικά κερδοσκοπικά ιδρύματα θα υπάρχουν και δεν θα έχουν χρεοκοπήσει;

Ποιον τελικά θέλουμε εγγυητή για τη σύνταξή μας, το κράτος ή τις τράπεζες;

Η άλλη επιλογή είναι το σοσιαλιστικό μοντέλο. Το κράτος δεν εγγυάται μόνο ένα κατώτατο όριο σύνταξης αλλά παρεμβαίνει στη γενική κατεύθυνση ανόδου του ποσού των συντάξεων πέραν αυτού που θα δικαιούντο αν υπολογιζόταν μόνο η απόδοση του αρχικώς επενδυθέντος κεφαλαίου όπως πχ κάνουν οι τράπεζες. Πώς το κάνει αυτό;

Ουσιαστικά δανείζεται από την εκάστοτε γενική ευημερία μέσω της φορολογίας, δηλαδή αυξάνοντας τους φόρους. Το ζήτημα εδώ είναι αν η αύξηση θα γίνει μέσω της άμεσης ή της έμμεσης φορολογίας.

Λοιπόν, θα πληρώνουμε λιγότερους φόρους αφήνοντας τον τζίτζικα να πεθαίνει στον χειμώνα της τρίτης ηλικίας εις την οποία όλοι φιλοδοξούμε να φτάσουμε ή θα πληρώσουμε περισσότερους για να τον σώσουμε;

Όσο για τον μέρμηγκα καλό θα ήταν να μην ξεχνά ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευδαιμονίας του είναι η αποφυγή των κοινωνικών ανισοτήτων, ειδικά των προκλητικών. Γι’ αυτό και η ευδαιμονία του ή θα έχει σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά ή τελικά, για να επιβεβαιώσει τον Μαρξ, θα είναι η ίδια το σκοινί που θα τον κρεμάσουν.

 

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

gxkalantzis@yahoo.gr

Ο Γιώργος Ξ. Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο:  Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας (11 Δεκεμβρίου 2007)