Μήνας: Οκτώβριος 2007

Παρελαύνοντας για την πατρίδα

Συντάκτης: – 30/10/2007

Η συζήτηση περί των παρελάσεων αν και σχετικά πρόσφατη, έχει αποκτήσει πλέον έναν εθιμοτυπικό χαρακτήρα.

            Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες συζητήσεις, θέτονται απλουστευτικά ερωτήματα με τρόπο ώστε να γίνονται δεκτές μόνο οι δύο ακραίες απαντήσεις: ναι ή όχι. Πίσω τους οχυρώνονται οι κύριοι αντίπαλοι. Όταν μάλιστα αυτή η συζήτηση εμπλέκει και εθνικά σύμβολα τότε μετατρέπεται σε έναν διαγωνισμό «εθνικοφροσύνης» ή «προοδευτικότητας».

            Έτσι τα εθνικά σύμβολα παραδίδονται στα χέρια κάπηλων, ημιμαθών και ιδιοτελών που πλουτίζουν εμπορευόμενοι την ιστορία του ελληνικού έθνους. Ή, αντιστοίχως, παραδίδονται στα χέρια μιας εκλεπτυσμένης διανόησης η οποία έχοντας πλούσια ιδεολογική σκευή αναλαμβάνει τον εύκολο ρόλο να ενσαρκώσει το άλλο άκρο επιτυγχάνοντας έτσι τόσο την διαιώνιση όσο και την επιβεβαίωση του ελιτισμού της.

            Ας ξεκινήσουμε από κάτι αυτονόητο. Τα σύμβολα δεν αποτελούν ανιστορικά φαινόμενα, δεν είναι αιώνια. Γεννιούνται, εξελίσσονται και, αν δεν αλλάξουν περιεχόμενο, πεθαίνουν. Αν και όταν ξαναγεννηθούν ζουν μια δεύτερη ζωή έχοντας άλλο νόημα.

            Οι μαθητικές παρελάσεις –οι οποίες είναι διαφορετικό ζήτημα από τις στρατιωτικές- εμφανίστηκαν επί Μεταξά. Το ότι επιβίωσαν τόσα χρόνια και μάλιστα επί Γ’ Ελληνικής  Δημοκρατίας, δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία τους έχει δώσει διαφορετικό περιεχόμενο, διαφορετικό συμβολισμό.

Ποιος δεν κατανοεί τι σημαίνει το γεγονός ότι παρελαύνουν μαθήτριες ως σύγχρονες φαινομηρίδες φέροντας εντυπωσιακά ψιμύθια ή ότι οι παρελαύνοντες πολλές φορές με δυσκολία μπορούν να συντονίσουν τις κινήσεις τους αλλά παρόλα αυτά χειροκροτούνται;

Ποιος δεν ξέρει ότι η αντίληψη περί τιμητικής συμμετοχής έχει σε πολλές περιπτώσεις εκπέσει –με εξαίρεση το σημαιοφόρο και τους παραστάτες- σε ένα γελοίο μείγμα απειλών για αποβολή ή υποσχέσεων για μεγαλύτερους βαθμούς ώστε να βρεθούν οι απαραίτητοι «εθελοντές»;

Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι η συμμετοχή αθλητών των Special Olympics συνιστά την πλήρη, οριστική και πλέον αποφασιστική άρνηση του μιλιταριστικού χαρακτήρα των παρελάσεων μ’ έναν τρόπο απείρως σημαντικότερο απ’ ότι η ίδια η κατάργησή τους;

            Όλα αυτά δείχνουν ότι οι παρελάσεις ως μιλιταριστική επίδειξη ενός επελαύνοντος εθνικισμού έχουν ήδη ακυρωθεί στη συνείδηση, την πρακτική και την καθημερινότητά μας. Έχει δηλαδή ακυρωθεί εκείνος ο συμβολισμός που έπρεπε, ακριβώς γιατί η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει.

            Οι μαθητικές παρελάσεις σήμερα συνιστούν ένα ευρύτερο κοινωνικό γεγονός που μοιάζει περισσότερο με το ετήσιο πανηγύρι του χωριού μας παρά με τα επίκαιρα της μεταξικής περιόδου. Προάγουν βεβαίως την αίσθηση της κοινότητας, της εθνικής ταυτότητας και της ιστορικής μνήμης, αλλά ταυτοχρόνως δείχνουν και τις βαθιές κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί.

Αν ο Μεταξάς ζούσε μάλλον θα ήταν ο πρώτος που θα τις καταργούσε όπως είναι σήμερα.

            Ορισμένοι αρνούνται να κατανοήσουν ότι η ελληνική κοινωνία έχει μια απαράμιλλη ικανότητα να απογυμνώνει σύμβολα από το περιεχόμενο που η εξουσία τους όρισε, με την ίδια ευκολία που δεν δέχεται και την κατάργηση των εξωτερικών τους τύπων.

            Αν θέλουμε να συζητήσουμε ένα πραγματικό διακύβευμα θα πρέπει να μιλήσουμε για το ποιος έχει δικαίωμα να σηκώσει την ελληνική σημαία. Και σ’ αυτό θα επανέλθουμε.

 

Ο Γιώργος Ξ. Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο  Παρελαύνοντας για την πατρίδα (30 Οκτωβρίου 2007)

Ζητείται πολιτικός λόγος

Συντάκτης: – 15/10/2007

Κάθε κόμμα που θέλει να διεκδικήσει την πλειοψηφία πρέπει να επιλύσει την θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ του αιτήματος να διατυπώσει σαφή πολιτικό λόγο και της αναγκαιότητας να διευρύνει το ακροατήριό του. Όσο πιο διακριτός ο πολιτικός λόγος τόσους περισσότερους αποκλείει.

Όμως η έλλειψη του συγκεκριμένου πρέπει να είναι έτσι δομημένη ώστε τουλάχιστον να είναι ελκυστική. Γι’ αυτό και αυξάνεται δυσθεώρητα η σημασία της ρητορικής δεινότητας και της διαχείρισης της εικόνας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αντιπαράθεση των δύο μονομάχων για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ επικεντρώνεται σε προσωπικά χαρίσματα, διαδρομές και δυστυχώς, ηθικές επικλήσεις.

            Για να είναι σαφής ο πολιτικός λόγος πρέπει να έχει αποφασιστεί ποιες κοινωνικές δυνάμεις επιδιώκει κυρίως να εκφράσει. Το αν θα είναι καινοτόμος, ελκυστικός και αποτελεσματικός θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί σε συγκεκριμένα ζητήματα.

Στις δοσμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες τα μεσαία στρώματα είναι το δυναμικότερο τμήμα του πληθυσμού και έχουν την ιδεολογική ηγεμονία. Είναι εκείνα, για να μιλήσουμε για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, που συντηρούν με μεγάλο οικονομικό κόστος το ιδιωτικό σύστημα στην εκπαίδευση και την υγεία.

            Ποια είναι η συγκεκριμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ; Θέλει να τους πείσει να επιστρέψουν στο δημόσιο σύστημα; Θέλει να διατηρήσει την σημερινή κατάσταση;

            Για όσο καιρό το ΠΑΣΟΚ στέκεται αναποφάσιστο μπροστά στα ερωτήματα που θέτει η πραγματικότητα που το ίδιο διαμόρφωσε, για όσο καιρό δεν δίνει σαφείς απαντήσεις καταφεύγοντας στις εύκολες λύσεις ενός μακρινού παρελθόντος ή σε γενικόλογα ευχολόγια, τόσο ο πολιτικός του λόγος θα ξεθωριάζει θυμίζοντας παλιές φωτογραφίες μιας ένδοξης νιότης.

  Γιώργος Ξ. Καλαντζής

Ο Γιώργος Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

 

Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο Ζητείται Πολιτικός Λόγος (15 Οκτωβρίου 2007)

Κλυδωνίζεται αλλά δεν βυθίζεται;

Συντάκτης: – 01/10/2007

Η κρίση του ΠΑΣΟΚ είναι κυρίως κρίση στρατηγικής, για την ακρίβεια υψηλής στρατηγικής, και δευτερευόντως τακτικών κινήσεων ή εκλογικής αποτελεσματικότητας.

Οι δύο τελικοί μονομάχοι λειτουργούν σε ένα ενδιαφέρον κενό. Τόσο ο Γ.Παπανδρέου όσο και ο Ε.Βενιζέλος δεν ηγούνται ενός ρεύματος ιδεών ή έστω ενός μηχανισμού που οι ίδιοι δημιούργησαν ή ενέπνευσαν. Ο μεν πρώτος βασίζεται κυρίως σε εκείνους που έχασαν τη μάχη του 1996, ο δε δεύτερος σε εκείνους που την κέρδισαν. Μόνο έτσι εξηγείται πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν ρεύματα και στελέχη που έχουν καταφανώς αντίθετες θέσεις μεταξύ τους ή, ακόμα πιο ενδιαφέρον, να εμφανίζονται υποστηρικτές ενός προσώπου με το οποίο έχουν σοβαρές ιδεολογικές διαφορές.

Ο περίφημος «τρίτος πόλος» προς το παρόν δεν υπάρχει ως διακριτή ιδεολογική τάση αλλά μόνο ως μη πολιτική διακήρυξη καλών προθέσεων ή ως ευγενής πόθος όσων δεν θέλουν να πάρουν θέση άμεσα στο γνωστό δίπολο. Ουσιαστικά δηλαδή δεν πρόκειται περί θέσης αλλά περί προσωρινής αναβολής δημοσιοποίησης της υποστήριξης προς κάποιον από τους δύο διεκδικητές.

Φαίνεται λοιπόν ότι τελικά παρακολουθούμε μια μάχη με μοναδικό στόχο την εσωκομματική εξουσία, δηλαδή την σφραγίδα. Μια τέτοια μάχη δεν αφορά την ελληνική κοινωνία παρά μόνο ως τηλεοπτικό προϊόν της μεσημεριανής ζώνης.

            Αν κάτι διαφοροποιεί την σημερινή κρίση του ΠΑΣΟΚ από τις προηγούμενες είναι ότι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου για πρώτη φορά είχαμε την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και ως εκλογικού μηχανισμού. Ας μην μας ξεφύγει η λεπτομέρεια ότι το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να έχει σε κάθε εκλογικό τμήμα εκλογικούς αντιπροσώπους ακόμα και σε περιοχές με «δημοκρατική πλειοψηφία», όπως το Ηράκλειο Κρήτης.

            Το ΠΑΣΟΚ σήμερα μοιάζει με έναν σέρφερ που κάποτε καβάλησε το σωστό κύμα αλλά τώρα δεν ξέρει ποιο να διαλέξει. Υπήρξε ο επιτυχέστερος εκφραστής της γενιάς της μεταπολίτευσης αλλά η γενιά αυτή σήμερα είναι χορτασμένη, επιτυχημένη και όχι και τόσο πρόθυμη για αλλαγές –όχι βέβαια στη ρητορική της όπου διατηρεί την επαναστατικότητά της. Αυτή είναι και η πορεία του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμηρος της αδυναμίας του να συμβαδίσει με τις τεράστιες αλλαγές που το ίδιο προκάλεσε, το ίδιο δημιούργησε, το ίδιο επέβαλε στην ελληνική κοινωνία.

            Μοιάζει με τον ήρωα που κέρδισε τον πόλεμο αλλά έχασε την ειρήνη. Όλοι είναι πρόθυμοι να αφήσουν ένα στεφάνι στη μνήμη του αρκεί να είναι βέβαιοι ότι το σπαθί του έχει σπάσει.

 

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

Ο Γιώργος Καλαντζής διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο Κλυδωνίζεται αλλά δεν βυθίζεται (1 Οκτωβρίου 2007)