Μήνας: Οκτώβριος 2006

ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ

Συντάκτης: – 25/10/2006

Όπως γίνεται σε πολλά ζητήματα τέτοιου είδους, η κάθε πλευρά αναδεικνύει όσα θεωρεί ότι εξυπηρετούν τις αναγκαιότητές της και συσκοτίζει όλα εκείνα που δεν την συμφέρουν σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Έτσι, οι μισές αλήθειες δημιουργούν ολόκληρους μύθους. Μύθους που όσο εύκολα δημιουργούνται άλλο τόσο εύκολα αλλάζουν ή προσαρμόζονται στις νέες πραγματικότητες. Μύθους όμως που κάποιες άλλες φορές, μοιάζουν με βρυκόλακες. Όταν οι περιστάσεις το επιτρέψουν, ξυπνούν και διψούν για αίμα.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων όπως και των Αλβανών είτε αγνοούν εντελώς ποιοι είναι και τι θέλουν οι Τσάμηδες, είτε γνωρίζουν μόνο όσα είναι σημαντικά για το δικό τους έθνος. Έτσι οι Έλληνες γνωρίζουν ότι οι Τσάμηδες ήταν συνεργάτες των Γερμανών ενώ οι Αλβανοί ότι οι Τσάμηδες διώχθηκαν από την Ελλάδα χάνοντας τις περιουσίες τους.

            Το 1912 η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα νίκησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία καταλαμβάνοντας σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά της εδάφη. Οι Αλβανοί μουσουλμάνοι αν και ήδη είχαν εκδηλώσει την διαφοροποίησή τους από τους Τούρκους, δεν συμμετείχαν στον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών διότι εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι ως μουσουλμάνοι όφειλαν πίστη στον Σουλτάνο. Αυτό που σταμάτησε τις σερβικές στρατιές από το να καταλάβουν την Αλβανία ήταν η παρέμβαση της Ιταλίας και της Αυστρίας για τις οποίες η επέκταση των Σέρβων στις ακτές της Αδριατικής ήταν αιτία πολέμου.

            Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οι Αλβανοί δραστηριοποιήθηκαν έντονα θέλοντας να αποκτήσουν την ελευθερία τους και με την βοήθεια της Ιταλίας και της Αυστρίας πέτυχαν να αναγνωριστεί το δικαίωμά τους να ιδρύσουν το δικό τους κράτος. Πρέπει να τονιστεί ότι η Ελλάδα έβλεπε θετικά την ίδρυση αλβανικού κράτους.

Άλλωστε πριν το 1912 πολλοί Έλληνες καθώς και Αλβανοί υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να επιδιωχθεί οπωσδήποτε η συνεννόηση των δύο συγγενικών εθνών -ακόμα και η ίδρυση ενός κοινού κράτους στα πρότυπα της Αυστροουγγαρίας- ως μοναδικού τρόπου να αντισταθούν στην επίθεση των Σλάβων. Κατά τον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας το 1821, πολλοί Αλβανοί χριστιανοί ορθόδοξοι είχαν πολεμήσει μαζί με τους Έλληνες ενώ στρατιωτικοί ηγέτες όπως ο Κολοκοτρώνης πίστευαν ότι θα έπρεπε να συμμαχήσουν Έλληνες και Αλβανοί ανεξαρτήτως θρησκείας.

            Το πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών άρχισε από τη στιγμή που βρέθηκαν αντιμέτωπα για την Βόρειο Ήπειρο όπου ζούσαν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες και Αλβανοί ορθόδοξοι. Υπήρξε μάλιστα μια περίοδος, το 1913-1914, όπου οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου πέτυχαν να ιδρύσουν το δικό τους αυτόνομο κράτος ως αντίδραση στην απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων να παραχωρήσουν την περιοχή τους στην Αλβανία.

            Η Ελλάδα δέχθηκε αυτή την απόφαση διότι έτσι αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια ανταλλαγή: αν η Ελλάδα ήθελε τα νησιά του Αιγαίου έπρεπε να δώσει την Βόρειο Ήπειρο στην Αλβανία διότι η Ιταλία δεν θα ανεχόταν ποτέ να κατέχει η Ελλάδα και τις δύο πλευρές των στενών της Κέρκυρας.

            Κατά την διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου οι ιταλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Βόρειο Ήπειρο, την κατέλαβαν και μετά προχώρησαν στη νότια Ήπειρο φτάνοντας μέχρι και τα Ιωάννινα. Όταν ο πόλεμος έληξε ο Βενιζέλος απαίτησε από τους Ιταλούς να αποχωρήσουν και το 1919 στο Συνέδριο της Ειρήνης ζήτησε την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος μεταξύ των άλλων επιχειρημάτων, υποστήριξε ότι η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι οι οποίοι πάντοτε υπέφεραν από τους μουσουλμάνους και γι’ αυτό δεν ήταν δίκαιο να συμπεριληφθούν σε ένα μουσουλμανικό κράτος. Δεν έκανε δηλαδή διάκριση μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων αλλά μεταξύ Μουσουλμάνων και Ορθόδοξων Χριστιανών.

            Η Ιταλία για μια ακόμα φορά αντέδρασε σκληρά στις ελληνικές διεκδικήσεις, όπως έκανε άλλωστε και για το θέμα της Θράκης και της Μικράς Ασίας, πείθοντας τους Αλβανούς να θέσουν το ζήτημα των Τσάμηδων ως αντιπερισπασμό. Βεβαίως η αλβανική κυβέρνηση προσπαθούσε ήδη να αντιμετωπίσει την ελληνική διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου αλλά δεν είχε σκεφθεί να εντάξει τους Τσάμηδες σ’ αυτή την προσπάθεια. Στους Τσάμηδες όμως βρήκε μια καλή ευκαιρία όχι μόνο να απαντήσει στις ελληνικές διεκδικήσεις αλλά να περάσει στην επίθεση ζητώντας να της παραχωρηθεί η νότια Ήπειρος. Έτσι οι Τσάμηδες εντάχθηκαν, χωρίς να τους ρωτήσει κανείς, στο γενικότερο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων αλλά και στην αντιπαράθεση μεταξύ της Ελλάδας και της Αλβανίας για την Βόρεια Ήπειρο.

            Η πλειοψηφία των Τσάμηδων είχε επιλέξει το 1913 να κάνει χρήση του άρθρου 4 της Συνθήκης των Αθηνών. Επέλεξαν δηλαδή να παραμείνουν στην Ελλάδα αποκτώντας ελληνική υπηκοότητα και όχι να διατηρήσουν την οθωμανική υπηκοότητα γεγονός που θα τους υποχρέωνε να μεταναστεύσουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο κύριος λόγος που το έκαναν αυτό ήταν ότι επιθυμούσαν να διατηρήσουν τις περιουσίες τους και βεβαίως δεν ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους. Συγχρόνως και ο Βενιζέλος επιθυμούσε οι Μουσουλμάνοι –μεταξύ αυτών και οι Τσάμηδες- να παραμείνουν στην Ελλάδα για πολλούς λόγους, μεταξύ αυτών διότι πίστευε ότι έτσι θα δημιουργούσε τις βάσεις για μια καλύτερη σχέση με τους Οθωμανούς αφού στο κράτος τους εξακολουθούσαν να ζουν εκατομμύρια Έλληνες. Το όραμα του Βενιζέλου ήταν μια μεγάλη Ελλάδα όπου όλοι οι κάτοικοί της ανεξαρτήτως θρησκεύματος, φυλής και εθνικότητας θα είχαν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.

            Η ελληνική ηγεσία, όπως προκύπτει από έγγραφα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, πίστευε ότι οι Τσάμηδες ήταν ότι και οι μουσουλμάνοι Κρητικοί, δηλαδή Έλληνες που είχαν εξισλαμισθεί βίαια. Εξηγούσε μάλιστα την χρήση της αλβανικής γλώσσας ως αποτέλεσμα της επικοινωνίας τους με τους Αλβανούς μουσουλμάνους της υπόλοιπης Ηπείρου. Η ύπαρξη συγγενικών δεσμών ανάμεσα σε οικογένειες Τσάμηδων και χριστιανών ήταν ένα από τα κύρια επιχειρήματα της ελληνικής κυβέρνησης ότι οι Τσάμηδες ήταν κάποτε χριστιανοί ορθόδοξοι και συνεπώς Έλληνες.

            Η συζήτηση για την καταγωγή των Τσάμηδων έλαβε κρίσιμο χαρακτήρα μετά το 1923 όταν αποφασίστηκε η ανταλλαγή όλων των μουσουλμάνων της Ελλάδας με όλους τους χριστιανούς της Τουρκίας. Οι Τσάμηδες συνεπώς έπρεπε να σταλούν στην Τουρκία, όπως προέβλεπε η συνθήκη ανταλλαγής. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε ότι η Αλβανία και η Ιταλία θα έχαναν ένα σημαντικό μέσο πίεσης εναντίον της Ελλάδας. Η Ιταλία έθεσε αμέσως ζήτημα να εξαιρεθούν οι Τσάμηδες γιατί αν και ήταν μουσουλμάνοι δεν ήταν Τούρκοι.

            Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ιταλία το 1923 είχε βομβαρδίσει και καταλάβει την Κέρκυρα κάνοντας σαφείς τις επεκτατικές διαθέσεις της εναντίον της Ελλάδας. Συνεπώς το ενδιαφέρον της Ιταλίας για τους Τσάμηδες αυτομάτως έκανε τους τελευταίους ύποπτους και επικίνδυνους για την ασφάλεια της Ελλάδας.

            Ως το 1923 οι Τσάμηδες δεν αντιμετώπιζαν κανένα σοβαρό πρόβλημα με το ελληνικό κράτος. Μετά όμως την ήττα του 1922 και την έλευση περισσότερων από ένα  εκατομμύριο προσφύγων, τα πάντα άλλαξαν. Η ελληνική κυβέρνηση κάτω από την άμεση ανάγκη να στεγάσει και να θρέψει αυτόν τον πληθυσμό ψήφισε το Νομοθετικό Διάταγμα της 15/2/1923 με το οποίο επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων (αυτά που ονομάζονταν τσιφλίκια) για να μοιραστούν στους πρόσφυγες. Συγχρόνως επίταξε ζώα, προϊόντα και σπίτια για τον ίδιο σκοπό σε όλη την Ελλάδα. Οι πλούσιοι Τσάμηδες λοιπόν αντέδρασαν όπως και οι Έλληνες τσιφλικάδες, για να μην χάσουν τα κτήματά τους. Ορισμένοι μάλιστα προσπάθησαν να πάρουν την αλβανική υπηκοότητα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.

            Τον Μάρτιο του 1924 η Μικτή Επιτροπή για την Ανταλλαγή επισκέφθηκε την Θεσπρωτία για να μάθει η ίδια από τους Τσάμηδες αν ήθελαν να φύγουν για την Τουρκία. Όσοι πίστευαν ότι στην Τουρκία θα έπαιρναν γη, δήλωσαν ότι θα φύγουν. Όσοι πίστευαν ότι δεν θα έχαναν την γη τους αν έμεναν δήλωσαν ότι θα μείνουν. Γενικά οι Μουφτήδες είχαν ταχθεί υπέρ της ανταλλαγής ενώ οι τσιφλικάδες Τσάμηδες κατά. Η Ιταλία και η Αλβανία προσπαθούσαν να τους πείσουν να μείνουν ενώ η Ελλάδα τους διευκόλυνε να φύγουν. Αν οι Τσάμηδες έφευγαν η Ελλάδα θα μπορούσε να διαθέσει τη γη τους στους πρόσφυγες ενώ συγχρόνως θα γλύτωνε από ένα ακόμα μειονοτικό πρόβλημα, επικίνδυνο για την ασφάλειά της.

            Μετά την επίσκεψη της Μικτής Επιτροπής συζητήθηκε στην Κοινωνία των Εθνών αν οι Τσάμηδες ήταν Αλβανοί ή όχι. Η Αλβανία υποστήριξε ότι αφού μιλούσαν αλβανικά ήταν Αλβανοί, συμπλήρωσε μάλιστα ότι ήταν αυτόχθονες κάτοικοι της Ηπείρου που κατάγονταν από τους Πελασγούς. Η Ελλάδα απάντησε ότι η γλώσσα δεν είναι κριτήριο εθνικότητας και έφερε ως παράδειγμα τους Αρβανίτες οι οποίοι μιλούν μια γλώσσα που είναι πολύ κοντά στα αλβανικά αλλά οι ίδιοι νιώθουν Έλληνες. Όσο για το επιχείρημα ότι οι Τσάμηδες είναι απόγονοι των Πελασγών, η Ελλάδα συμφώνησε διότι θεωρούσε ότι οι Πελασγοί ήταν κοινοί πρόγονοι των Ελλήνων και των Αλβανών.

            Η συζήτηση αυτή για τους Τσάμηδες γινόταν χωρίς τους ίδιους διότι στην πραγματικότητα η πλειοψηφία τους εξακολουθούσε να παραμένει πιστή στην Κωνσταντινούπολη διότι θεωρούσε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους ήταν η θρησκεία τους. Μόνο μετά το 1925 όταν άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε απορρίψει τον ισλαμικό χαρακτήρα του κράτους της νέας Τουρκίας οι Τσάμηδες ήρθαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα της εθνικής ταυτότητας όχι πια ως ζήτημα διατήρησης των περιουσιών τους αλλά ως ζήτημα αυτοπροσδιορισμού τους. Ως τότε αισθάνονταν πρώτα και κύρια μουσουλμάνοι και άρα πιστοί στους Οθωμανούς και στους διαδόχους τους. Από τη στιγμή όμως που η νέα Τουρκία δεν ήταν ένα θρησκευτικό αλλά ένα εθνικό κράτος, βρέθηκαν στην ίδια θέση με χιλιάδες άλλους μουσουλμάνους πρώην υπηκόους των Οθωμανών που έπρεπε πια να διαλέξουν εθνικότητα, όχι απλώς θρησκεία.

            Ως μουσουλμάνοι δεν ήταν δυνατόν να δεχθούν την ελληνική εθνικότητα που ήταν συνδεδεμένη με τον χριστιανισμό. Άλλωστε επί εκατοντάδες χρόνια είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν τους χριστιανούς συμπολίτες τους, είτε μιλούσαν ελληνικά είτε μιλούσαν αλβανικά, ως ραγιάδες. Συνεπώς έπρεπε να διαλέξουν μεταξύ της αλβανικής και της τουρκικής εθνικότητας. Στην δεύτερη περίπτωση θα έπρεπε όμως να φύγουν από τον τόπο τους και να χάσουν τις περιουσίες τους.

            Στις 10 Δεκεμβρίου 1925 η Αλβανία κατέθεσε Υπόμνημα στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών με το οποίο πρότεινε την υποχρεωτική ανταλλαγή των Τσάμηδων με τους Έλληνες βορειοηπειρώτες. Αν η λύση αυτή δεν γινόταν αποδεκτή τότε θα προχωρούσε σε αναγκαστική εγκατάσταση των Τσάμηδων στα ελληνικά χωριά της Βορείου Ηπείρου, ακόμα κι αν αυτό οδηγούσε σε πόλεμο τα δύο κράτη.

Την κρίσιμη στιγμή, ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, ο  «μέγας φίλος των Αλβανών» -όπως τον αποκαλούσαν Έλληνες και Αλβανοί-, αποφάσισε στις 23 Ιανουαρίου 1926 ότι οι Τσάμηδες θα παραμείνουν όλοι στην Ελλάδα. Συγχρόνως χτύπησε τις ελληνικές βορειοηπειρωτικές οργανώσεις. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και γι’ αυτό θεωρούσε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει πολύ καλές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Εκτός αυτού όμως, ο ίδιος ήταν φανατικός υποστηρικτής της ανάγκης για συνεννόηση με την Αλβανία ακόμα και αν η Ελλάδα έπρεπε να πληρώσει το κόστος, διότι θεωρούσε ότι οι Έλληνες και οι Αλβανοί είχαν τα ίδια συμφέροντα και κοινή καταγωγή. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Πάγκαλος ήταν Αρβανίτης, μιλούσε ελληνικά, αλβανικά και γαλλικά και κατά την διάρκεια του πρώτου Βαλκανικού πολέμου είχε παίξει σοβαρό ρόλο στην προσπάθεια συνεννόησης Ελλήνων και Αλβανών μέσω του Εσάτ Πασά (ο Εσάτ Πασάς ήταν Αλβανός μουσουλμάνος, αξιωματικός του οθωμανικού στρατού, διοικητής της Ηπείρου και είχε τις παρόμοιες απόψεις με τον Πάγκαλο).

Δυστυχώς όμως η Αλβανία κάτω από την ιταλική επιρροή δεν άλλαξε πολιτική και δεν ανταποκρίθηκε στις προσπάθειες του Πάγκαλου. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να διατυπώσει την αξίωση οι Τσάμηδες τσιφλικάδες να πάρουν περισσότερα χρήματα ως αποζημίωση για τα κτήματά τους απ’ ότι οι υπόλοιποι έλληνες πολίτες.

Βεβαίως οι Τσάμηδες είχαν αρκετούς λόγους να μην είναι ευχαριστημένοι με την ελληνική διοίκηση. Η βιαστική εγκατάσταση προσφύγων είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα και αδικίες εις βάρος τους όπως έγινε στην περίπτωση των χωριών Γαρδίκι και Δραγουμή. Απαλλοτριώθηκαν όχι μόνο τσιφλίκια αλλά και μικρότερα κτήματα. Οι αποζημιώσεις δεν καταβάλλονταν στην ώρα τους ενώ πολλές φορές δεν πληρώνονταν καθόλου για τα είδη ή τα σπίτια που επιτάσσονταν από το ελληνικό κράτος. Σε πολλές περιπτώσεις έπεφταν θύματα κακομεταχείρισης από την Χωροφυλακή.  Αντιμετώπιζαν σοβαρά εκπαιδευτικά προβλήματα γιατί δεν είχαν δικά τους σχολεία και δεν ήθελαν να στείλουν τα παιδιά τους στα δημόσια ελληνικά σχολεία γιατί τα θεωρούσαν χριστιανικά.

            Το 1928 η Αλβανία κατέθεσε στην Κοινωνία των Εθνών καταγγελία κατά της Ελλάδας για τα θέματα των Τσάμηδων επικαλούμενη το άρθρο 11. Στις 9 Ιουνίου το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών απέρριψε την αλβανική καταγγελία και με σκληρό τρόπο την επίκληση του άρθρου 11 αναφέροντας ότι το διεθνές σύστημα προστασίας των μειονοτήτων στόχευε ακριβώς στο να μην γίνουν οι μειονότητες αιτία ξένης επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών. Μετά την διπλωματική της ήττα η Αλβανία χαρακτήρισε την Ελλάδα «μεγαλύτερη αδελφή της» και παραδέχθηκε το λάθος της. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην καταγγελία της αυτή η Αλβανία δεν είχε καν την στήριξη της Ιταλίας καθώς η τελευταία από το 1927 επιδίωκε την προσέγγιση με την Ελλάδα.

            Η άνοδος του Βενιζέλου στην πρωθυπουργία το 1928 άλλαξε σημαντικά την κατάσταση. Ο έλληνας Πρωθυπουργός ήταν αποφασισμένος να βελτιώσει τη ζωή όλων των μειονοτήτων που ζούσαν στο ελληνικό κράτος ώστε να εξαλείψει οποιοδήποτε λόγο παρέμβασης της Κοινωνίας των Εθνών στα ελληνικά εσωτερικά ζητήματα και να αυξήσει το κύρος της χώρας διεθνώς.

            Επέλεξε προσωπικά τον Γενικό Διοικητή της Ηπείρου και ψηφίσθηκαν δεκάδες μέτρα προς όφελος των Τσάμηδων αλλά και για να θεραπευθούν αδικίες του παρελθόντος. Για να βοηθήσει τα παιδιά των Τσάμηδων να πάνε σχολείο και να μάθουν ελληνικά έδωσε δωρεάν βιβλία, ειδικά επιμίσθια στους εκπαιδευτικούς και δωρεάν μεσημεριανό φαγητό στους μαθητές. Ίδρυσε νηπιαγωγεία, έδωσε φορολογικές απαλλαγές στους γονείς των μαθητών και προσέλαβε χοτζάδες για να διδάσκουν το Κοράνι. Επίσης φρόντισε να μην εφαρμοστεί ο νόμος για την συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών στα σχολεία ώστε να μπορούν να φοιτήσουν και τα κορίτσια ισλαμικού θρησκεύματος.

            Ευνόησε τη συμμετοχή μουσουλμάνων στα κοινοτικά συμβούλια ενώ το 1930 ψηφίσθηκε ειδικός νόμος (4816/1930), που θεσμοθετούσε ειδικά ευνοϊκά μέτρα υπέρ των Τσάμηδων των οποίων είχαν απαλλοτριωθεί τα κτήματα. Αυτό ήταν μια άμεση παραδοχή του ελληνικού κράτους ότι είχαν γίνει λάθη και αδικίες κατά την διαδικασία της απαλλοτρίωσης. Το 1931 αποφασίστηκε ότι οι Μουφτήδες θα λειτουργούσαν και ως δικαστές, όπως προέβλεπε το Κοράνι, για ζητήματα κληρονομιάς, γάμων, διαζυγίων κλπ.

            Δυστυχώς όμως πολλά από αυτά τα μέτρα τελικά δεν εφαρμόστηκαν πλήρως ή δεν εφαρμόστηκαν καθόλου ή διακόπηκε η εφαρμογή τους από επόμενες κυβερνήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ενώ μειώθηκαν αρχικά τα παράπονα των Τσάμηδων τελικά η γενικότερη κατάσταση δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Οι Τσάμηδες συνέχιζαν να νιώθουν ξένοι και να αντιμετωπίζουν καχύποπτα το ελληνικό κράτος, όπως τους αντιμετώπιζε και εκείνο.

            Μετά το 1936 εισερχόμαστε στην πιο σκοτεινή περίοδο η οποία κατέληξε στην εκδίωξη των Τσάμηδων από την πατρίδα τους. Η φασιστική Ιταλία μετέτρεψε την Αλβανία σε προτεκτοράτο της και δεν έκρυβε τα ιμπεριαλιστικά της σχέδια εναντίον της Ελλάδας. Σε αυτά τα σχέδια οι Τσάμηδες προορίζονταν να παίξουν τον ρόλο της Πέμπτης φάλαγγας. Ιταλοί και Αλβανοί πράκτορες εισήλθαν στην νότια Ήπειρο για να οργανώσουν τους Τσάμηδες. Συγχρόνως στην Ελλάδα επιβλήθηκε η δικτατορία του Μεταξά η οποία αντιμετώπιζε όλους όσους δεν μιλούσαν ελληνικά και δεν ήταν ορθόδοξοι με καχυποψία και εχθρότητα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν οι μουσουλμάνοι της Θράκης.

            Όλοι οι ελληνικοί φόβοι επιβεβαιώθηκαν στον πόλεμο του 1940. Οι Τσάμηδες υποδέχθηκαν τους Ιταλούς ως απελευθερωτές και συνεργάστηκαν μαζί τους. Δημιουργήθηκε η αυτόνομη Τσαμουριά καθώς και ένοπλα σώματα Τσάμηδων που λειτουργούσαν ως χωροφυλακή. Η συμπεριφορά τους απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό ήταν εχθρική αλλά αρχικά δεν προχώρησαν σε εκτεταμένες διώξεις ή μαζικά εγκλήματα.

            Μετά την παράδοση της Ιταλίας, οι Βρετανοί προσπάθησαν να κερδίσουν την υποστήριξη των Τσάμηδων και τους ζήτησαν να συνεργαστούν με τις ελληνικές ανταρτικές ομάδες εναντίον των Γερμανών. Οι Τσάμηδες όμως προτίμησαν να υποστηρίξουν τον γερμανικό στρατό. Υπό την προστασία και την καθοδήγησή του, το 1944 οι Τσάμηδες έκαψαν ελληνικά χωριά, δολοφόνησαν εκατοντάδες Έλληνες, άρπαξαν ελληνικές περιουσίες και χτύπησαν τις ελληνικές αντάρτικες ομάδες.

            Η κρίσιμη στιγμή για τους Τσάμηδες ήρθε με την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Χωρίς την υποστήριξή τους δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ (η δεύτερη μεγαλύτερη ελληνική αντιστασιακή οργάνωση) οι οποίες διατάχθηκαν από τους Αγγλοαμερικανούς να καταλάβουν τα ηπειρωτικά παράλια στην περιοχή της Πάργας, μια περιοχή που ελεγχόταν από τους Τσάμηδες.

            Η επίθεση του ΕΔΕΣ και η νικηφόρα προέλασή του δεν άφησαν κανένα περιθώριο στους Τσάμηδες. Ο Ζέρβας –αρχηγός του ΕΔΕΣ- αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την περίσταση και να τους διώξει οριστικά. Όσα είχαν κάνει κατά τη διάρκεια της Κατοχής του επέτρεψαν να εμφανίσει την πολιτική μαζικών εκκαθαρίσεων –που ως μαζική είναι αυτόχρημα άδικη- ως δίκαιη εκδίκηση. Έτσι οι αντάρτες του έκαψαν χωριά των Τσάμηδων και δολοφόνησαν εκατοντάδες Τσάμηδες χωρίς να κάνουν καμία διάκριση μεταξύ όσων είχαν συνεργαστεί με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς και όσους δεν το είχαν κάνει. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένα σημεία.

            Πρώτον, οι Τσάμηδες δεν εκδιώχθηκαν από στρατεύματα μιας νόμιμα εκλεγμένης ελληνικής κυβέρνησης αλλά από ελληνικές αντάρτικες δυνάμεις που υπάκουαν στις εντολές του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής.

            Δεύτερον, είναι αλήθεια ότι οι Τσάμηδες έφυγαν με τη θέλησή τους αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι το έκαναν για να αποφύγουν είτε την βέβαιη καταδίκη και εκτέλεσή τους είτε τα αντίποινα των Ελλήνων ανταρτών.

            Τρίτον, οι Τσάμηδες ήταν Έλληνες πολίτες άρα όσοι είχαν συνεργαστεί με τον εχθρό ήταν ένοχοι προδοσίας σε καιρό πολέμου. Υπό κανονικές συνθήκες όσοι Τσάμηδες κατηγορούνταν ότι συνεργάστηκαν με τις ξένες δυνάμεις κατοχής θα έπρεπε να δικαστούν σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους οι οποίοι προέβλεπαν την ποινή του θανάτου και την δήμευση των περιουσιών τους σε περίπτωση που αποδεικνυόταν η ενοχή τους. Ήταν επομένως λογικό ότι όσοι από τους Τσάμηδες είχαν συνεργαστεί με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς θα έφευγαν από την Ελλάδα προκειμένου να αποφύγουν την δίκη, την καταδίκη και την εκτέλεσή τους. Μαζί με αυτούς όμως έφυγαν και οι οικογένειές τους διότι ακόμα κι αν οι αντάρτες δεν προέβαιναν σε αντίποινα εις βάρος τους, θα ήταν πολύ δύσκολο να εξακολουθήσουν να ζουν στα ίδια χωριά με τα παιδιά και τους συγγενείς εκείνων που είχαν δολοφονήσει κατά την Κατοχή. Οι νόμοι της βεντέτας είναι πολύ σκληροί και οι Αλβανοί όπως και οι Έλληνες γνωρίζουν πολύ καλά ποιο είναι το χρέος της οικογένειας του σκοτωμένου. Υπό αυτές τις συνθήκες, έφυγαν τελικά όλοι οι Τσάμηδες, στιγματισμένοι ως συνεργάτες των Ναζί.

            Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν ήταν βέβαια όλοι οι Τσάμηδες συνεργάτες των Γερμανών. Όμως η στάση των πιο ισχυρών, η στάση των πολλών τους συμπαρέσυρε όλους. Η περίπτωση των Τσάμηδων δεν είναι η μοναδική περίπτωση πληθυσμών που διώχθηκαν μαζικά από τον τόπο τους χάνοντας τις περιουσίες τους μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχει η περίπτωση των Σουδητών Γερμανών που διώχθηκαν από την Τσεχοσλοβακία με το ίδιο επιχείρημα.

            Οι περιουσίες που άφησαν πίσω οι Τσάμηδες, δημεύθηκαν όπως προέβλεπε ο νόμος για τους συνεργάτες των Γερμανών και των Ιταλών ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι δημεύσεις έγιναν με βάση τον νόμο για τις εγκαταλελειμμένες περιουσίες. Και οι δύο αυτοί νόμοι δεν ίσχυσαν ειδικά για τους Τσάμηδες αλλά για όλους τους Έλληνες πολίτες και μάλιστα ο δεύτερος νόμος είχε ως βασική επιδίωξη την οικονομική εξόντωση των κομμουνιστών ανταρτών και των οικογενειών τους. Δεν υπήρξε δηλαδή ειδικός νόμος εναντίον των Τσάμηδων σύμφωνα με τον οποίο έγιναν οι δημεύσεις των περιουσιών τους.

Το 1923 ζούσαν 20.319 Τσάμηδες στην Θεσπρωτία σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Οι Τσάμηδες ισχυρίζονταν ότι αριθμούσαν περίπου 40.000. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών στην Ήπειρο ζούσαν το 1925 20.160 μουσουλμάνοι. Απ’ αυτούς 2.993 κρίθηκαν ανταλλάξιμοι και έφυγαν.

Μέχρι αυτό το σημείο προσπάθησα να δώσω μια γενική εικόνα για το θέμα των Τσάμηδων βασισμένη σε ιστορικά τεκμήρια. Ασφαλώς υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορούν να γραφούν καθώς και διαφορετικές εκτιμήσεις για ορισμένα από αυτά που αναφέρω. Θα ήθελα όμως να συμπληρώσω και ορισμένες προσωπικές μου εκτιμήσεις.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να δεχθεί ούτε καν συζήτηση για τους Τσάμηδες διότι αν και ήταν Έλληνες πολίτες συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς Ναζί και τους Ιταλούς φασίστες και μάλιστα προχώρησαν σε δολοφονίες άλλων Ελλήνων πολιτών αρπάζοντας τις περιουσίες τους κατά την περίοδο 1941-1944. Συνεπώς αν η Αλβανική ηγεσία επιλέγει να θέτει το ζήτημα συνολικά για τους Τσάμηδες επιχειρώντας να το βάλει στην ατζέντα των διμερών σχέσεων το μόνο που θα καταφέρνει θα είναι να βοηθά όλους αυτούς που δεν θέλουν την προσέγγιση και τη στενή συνεργασία των δύο λαών. Διότι επιλέγοντας αυτή τη στρατηγική σημαίνει ότι ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να επιβραβεύσει αυτούς που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς εναντίον της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, πράγμα που είναι αδύνατο.

Αντίθετα θα μπορούσε να επιλέξει έναν άλλο δρόμο δηλώνοντας δημόσια ότι μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν υφίσταται ζήτημα Τσάμηδων και συστήνοντας ταυτοχρόνως σε όποιον το επιθυμεί, να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό ή στο Διεθνές Δικαστήριο ως άτομο εκθέτοντας τα επιχειρήματά του και ζητώντας ότι επιθυμεί να ζητήσει. Διότι έτσι δεν τίθεται θέμα συνολικής αποζημίωσης μιας μειονότητας αλλά εξατομικευμένης δικαίωσης ενός πολίτη.

Οι Τσάμηδες βρέθηκαν στη δίνη πολέμων και μεγάλων αλλαγών. Χάρη σε μια ιταλική έμπνευση μπλέχθηκαν από την πρώτη στιγμή στον γεωστρατηγικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων αλλά και στην ελληνοαλβανική αντιπαράθεση για τη Βόρειο Ήπειρο. Ένας φαύλος κύκλος άνοιξε. Το ελληνικό κράτος τους έβλεπε καχύποπτα και σε πολλές περιπτώσεις παραβίαζε τα δικαιώματά τους. Αυτό με τη σειρά του έκανε τους Τσάμηδες να στρέφονται όλο και πιο πολύ προς τους Ιταλούς και τους  Αλβανούς ζητώντας προστασία. Και όσο το έκαναν αυτό τόσο πιο ύποπτοι γίνονταν για τους Έλληνες.

Την κρίσιμη στιγμή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν η Ελλάδα υπερασπίστηκε την ελευθερία της απέναντι στους Ιταλούς και τους Γερμανούς οι Τσάμηδες –και για να είμαστε ακριβείς, οι περισσότεροι αλλά όχι όλοι- επέλεξαν να συμμαχήσουν με τους κατακτητές. Αν είχαν νικήσει οι Γερμανοί σήμερα οι Τσάμηδες θα ήταν οι κύριοι της νότιας Ηπείρου και οι Έλληνες είτε θα είχαν διωχθεί είτε θα είχαν εξοντωθεί. Όταν κάποιος αποφασίζει να συμμετάσχει σε ένα τέτοιο παιχνίδι παίρνοντας τα όπλα, πρέπει να ξέρει ότι όπως όταν κερδίζει τα κερδίζει όλα, έτσι κι όταν χάνει μπορεί να τα χάσει όλα.

Ο πόλεμος τελείωσε το 1945. Για την Ελλάδα και την Αλβανία τελείωσε το 1987 με πρωτοβουλία του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και του τότε Υπουργού Εξωτερικών και νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια. Σήμερα οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου –παρά τα όποια προβλήματα- βρίσκονται σε πολύ καλύτερη μοίρα σε σχέση με όλα τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα η Ελλάδα έχει παραιτηθεί οριστικά από κάθε διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου. Σήμερα τουλάχιστον 500.000 Αλβανοί βρίσκονται στην Ελλάδα και οι περισσότεροι από αυτούς κατοικούν εδώ για πολλά χρόνια, μαζί με τις οικογένειές τους. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότεροι θα μείνουν για πάντα εδώ. Είναι άνθρωποι εργατικοί και τίμιοι. Πολλοί από αυτούς ζουν εδώ για περισσότερο από 10 χρόνια και έχουν κάνει μεγάλη και αξιοσημείωτη πρόοδο. Ζουν μαζί μας, τα παιδιά τους παίζουν με τα παιδιά μας στις ίδιες γειτονιές, πηγαίνουν στα ίδια σχολεία και πολλά από αυτά είναι άριστοι μαθητές. Όλο και περισσότερα μάλιστα συνεχίζουν τις σπουδές τους στα ελληνικά Πανεπιστήμια.

Πέρσι, στο μάθημά μου είχα την τύχη να έχω ως φοιτήτρια ένα τέτοιο κορίτσι. Είναι μια άριστη φοιτήτρια που είμαι βέβαιος ότι στο μέλλον έχει να προσφέρει πολλά και στις δύο πατρίδες της.

Στο πρόσωπο αυτής της νέας μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του μέλλοντός μας. Ένα μέλλον ειρήνης, ευημερίας, συνεργασίας και αμοιβαίας εκτίμησης. Για χάρη αυτού του μέλλοντος ότι έχουμε να συζητήσουμε για το παρελθόν των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας ας το συζητήσουμε χωρίς να διακινδυνεύσουμε όσα έχουμε πετύχει ως σήμερα και κυρίως χωρίς να επιτρέψουμε στους εθνικιστές και των δύο πλευρών να εκμεταλλευτούν τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας για να μας γυρίσουν πίσω στα πέτρινα χρόνια της καχυποψίας και των διεκδικήσεων.

 

Γιώργος Ξ. Καλαντζής

 

Ο Γιώργος Καλαντζής είναι φιλόλογος, κοινωνιολόγος και διδάκτορας Ιστορίας και Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης. Έχει διδάξει στη Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής το μάθημα «Ιστορία της Νεότερης  Ελλάδας», στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του ΑΤΕΙ Πατρών το μάθημα «Διαπολιτισμική Αγωγή» και στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών το μάθημα «Κοινωνιολογία».

 

Το άρθρο για τους Τσάμηδες δημοσιεύτηκε στην αλβανική εφημερίδα Ndryshe 25/10/2006